Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Ένα τροχαίο, μήνυμα Ανθρωπιάς!!!

                                 
του Θεόδωρου Κόλλια*
                                       
                 
                                                   Ο ΓΙΑΣΑΝ

     
   Έχουν περάσει αρκετές ημέρες από εκείνο το πρωινό. Όποτε περνώ από τη διασταύρωση Πατησίων και Κοδριγκτώνος  κι αυτό γίνεται πολύ τακτικά μια και είναι δίπλα στο σπίτι μου, θυμάμαι εκείνον τον ξερακιανό μελαμψό άνθρωπο.
   Πρέπει να ήταν Κυριακή γιατί θυμάμαι όλα τα μαγαζιά ήσαν κλειστά και μόνο ο Κωτσόβολος που δεσπόζει στη γωνία ήταν ολάνυχτος. Βάδιζα γρήγορα στο δεξί πεζοδρόμιο  προς την Ομόνοια. Η ώρα θα ΄ταν δε θα 'ταν 11 π.μ. και είχε μια σχετική κινησούλα στον δρόμο. Ο κόσμος  ως συνήθως τα τελευταία χρόνια, καθένας κλεισμένος στα δικά του. Αγέλαστες πέτρες. Όλοι χάρτινα καράβια, φορτωμένα καημούς και ντέρτια. Άλλοι περπατούν σκυθρωποί με το βλέμμα σκοτεινό στο άγνωστο, βιαστικοί λες και κάτι να τους τραβάει, αλαφιασμένοι κι άλλοι μονολογώντας με το κινητό στο αφτί. Κάπως έτσι κι εγώ κάπου έτρεχα να προλάβω. Τι; Να πω την αλήθεια γρι δεν θυμάμαι. Διασχίζοντας λοιπόν τη διασταύρωση που λέγαμε, ξαφνικά ακούγεται ένα μπαμ και αμέσως μπροστά μου, κατάφατσα, σέρνεται ένα μηχανάκι με έναν άνδρα περί τα σαράντα κι από πίσω τον 15χρονο γιο του. 
Ιδού μετά τη.... φυγή του Γιασάν
  Το μηχανάκι  ερχόταν αγκομαχώντας, ακριβώς στην άκρη του δρόμου και στη μεσαία λωρίδα πήγαινε ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Και τα δυο εννοείται πήγαιναν στην ίδια κατεύθυνση, όπως σαφώς νομίζω ότι σας περιγράφω. Έτσι στο ξαφνικό και στο εντελώς αναπάντεχο το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά για να μπει στην Κοδρικτώνος χωρίς ο οδηγός να ελέγξει ότι πίσω και στην άκρη ερχόταν ένα μηχανάκι. Οπότε καταλαβαίνετε τι έγινε και ποιος έχει ολόκληρη την ευθύνη χωρίς κανένα δικαιολογητικό. Ευτυχώς που πατέρας και γιος φορούσαν κράνος και έτσι αν και σύρθηκαν δέκα ολόκληρα μέτρα δεν έπαθαν τίποτα εκτός από τα φτωχικά ρούχα τους που τρίφτηκαν στα μανίκια και το μηχανάκι που έπαθε κάτι μικροζημιές.  Αμέσως ανασηκώνεται ο άνδρας και τρέχει οργισμένος στο σταματημένο αυτοκίνητο, χτυπά με τις παλάμες του το καπό και φωνάζει:
 "Μαλάκα, είσαι μαλάκα, φτου μαλάκα!" 
  Ο άλλος πετάγεται έξω και αρχίζουν το σπρωξίδι. Συνάμα από την πίσω πόρτα πετάγεται ένα κοριτσάκι 8 με 10 ετών κλαμένο και σε αλλόφρονα κατάσταση. Εγώ τι να κάνω; Έτρεξα να μαζέψω  το κοριτσάκι που έτρεμε από την τρομάρα του. Καταλαβαίνετε τι γινόταν. Τα πρόσωπα είχαν ανάψει και τα πνεύματα είχαν οξυνθεί στο έπακρο. Σίγουρα θα   πιάνονταν στα χέρια, η δε δική μου παρέμβαση αντί να κατευνάσει τα πράγματα, αντίθετα τα όξυνε κι αυτό γιατί ο ελληνάρας την εξέλαβε σαν ..πατριωτική αλληλεγγύη . Με πήρε σαν τα μούτρα του. Φώναζε και ωρυόταν
 "Θα σε γαμήσω ρε κωλόγυφτα! Θα με πεις και μαλάκα! Που σας μάζεψαν όλους τους πειναλέους!" 
 Ο άλλος, ο ανθρωπάκος τώρα δεν μιλούσε καθόλου και είχε το κεφάλι κάτω. Ξάφνου σηκώνει τα χέρια και φωνάζει: 
"Εντάτσει..εντάτσει..εσύ δίκιο". 
 Ο άλλος εκεί! πού να ηρεμήσει. Η παράβαση ήταν καταφανής αλλά με το ρατσιστικό του παραλήρημα είχε φθάσει σε ντελίριο. 
"Μα καλά δε βλέπεις πως από δική σου ευθύνη και μόνο, παραλίγο να σκοτωθούν δυο άφταιγοι άνθρωποι" του λέει οργισμένη μια κυρία.
  "Καλά να πάρω το 100" λέω και κάνω να σχηματίσω τον αριθμό στο κινητό. 
"Όσι..όσι.. εγκώ τίποτα, δίκιο έχει κύριο"  φωνάζει ο κακομοίρης ο ξένος.  Ωχ σκέφτομαι δεν έχει χαρτιά ο δύστυχος και τον πλησιάζω ενώ προσπαθούσε να βάλει το μηχανάκι του εμπρός. 
"Να" μου λέει "Είμαι εντάτσει" και βγάζει από την εσωτερική τσέπη του μια ζελατίνα με ένα μάτσο χαρτιά.  
"Ε..τότε κάτσε, όλοι θα πάρουμε το μέρος σου". 
"Εγώ μαύρο ψυχή βλέπω κοριτσάκι έτσι κλαίει" και χτυπούσε δυνατά το στήθος του με την παλάμη του.
 Καταλάβατε; Είδε το τρομαγμένο παιδί και μπροστά σε αυτό πήρε την ευθύνη πάνω του. Παραλίγο να γίνουν θύματα στον Μολώχ της ασφάλτου αυτός κι ο γιος του από καθαρή βλακεία του άλλου κι από πάνω ζητούσε και συγνώμη!!! 
  Αυτός ο μελαμψός ανθρωπάκος, ο Γιασάν, ο μεγάλος ήρωας αυτού του πραγματικού γεγονότος που μας έδειξε τι πάει να πει Άνθρωπος με κεφαλαία, ήταν ένας Αιγύπτιος βιοπαλαιστής με νύχια και με δόντια! Πήγαινε το αγόρι του φροντιστήριο κι όλη τη βδομάδα δούλευε στις ελιές κάτω στη Σπάρτη. Η οικογένεια με τέσσερα παιδάκια σε ένα μικρό υπόγειο στην Κυψέλη. 
  Σε λίγο το μηχανάκι χάθηκε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το συνηθισμένο στρίγκλισμα των αυτοκινήτων.

_______________________
 * O Θεόδωρος Κόλλιας  γεννήθηκε στο Γιαννιτσοχώρι Ηλείας το 1953 και σπούδασε κτηνιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκτός από το επάγγελμα του ασχολείται ενεργά με τη λογοτεχνία με ιδιαίτερη κλίση στη διηγηματογραφία. Κρατάει το Blog του χωριού του με τον ομώνυμο τίτλο που θεωρείται ως ένα από τα πιο πετυχημένα της επαρχίας.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Ένα βιβλίο-διαμάντι!!!



H συγγραφέας Ηρώ Νικοπούλου και ο ποιητής Γιάννης Πατίλης μέσα από την ιστοσελίδα "Ιστορίες Μπονζάϊ", και από το 2010 μέχρι και σήμερα, μας προσφέρουν ακούραστα ένα ανεκτίμητο δώρο. Μιαν ανθολόγηση του πολύ μικρού διηγήματος (2-700 λέξεις) από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Και είναι γνωστό ότι όσο μικραίνει η φόρμα της γραφής τόσο και γίνεται ομορφότερη. Περιεκτικότερη και πιο ποιητική.
Από τα 566 διηγήματα που έχουν ανθολογήσει και δημοσιεύσει μέχρι το Σεπτέμβριο του 2014 κάθισαν και έκαναν τώρα μιαν επιπλέον ανθολόγηση των 83 πιο αντιπροσωπευτικών διηγημάτων και μέσω των εκδόσεων "Γαβριηλίδης", μας προσφέρουν σε έντυπη πλέον μορφή, ένα καλλιτεχνικό και εκδοτικό κομψοτέχνημα. Το βιβλίο: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ '14.
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα ταξίδια που μας προσφέρει η Τέχνη της Γραφής. Είναι από αυτά που ονομάζουμε -με βάση τη διαχρονικότητα- "βιβλία βιβλιοθήκης"!. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα για εσάς και τους φίλους σας!.
Και επειδή αυτή η έννοια του πολύ μικρού γεννάει και την περιέργεια, σας παραθέτω ένα πολύ-πολύ-πολύ μικρό από τα ανθολογημένα. Ένα του Χούλιο Κορτάσαρ με τον τίτλο "Ερωτας 77":

"Και αφού κάνουν ό,τι κάνουν, σηκώνονται, πλένονται, βάζουν το τάλκ και τα αρώματα τους, χτενίζονται, ντύνονται, και, έτσι, σταδιακά γίνονται ξανά αυτό που δεν είναι."



Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Καρατζαφέρης: Ένα "θρησκευόμενο υπερπατριωτικό" Γουρούνι!!!


Σεμνός και ταπεινός έμπλεος κατανύξεως προέταξε  τα μπολντιμπιντοστήθια του για τη σωτηρία της φιλτάτης πατρίδος!!! Και όποιος αναγνωρίσει τον παρακείμενο σεβάσμιο και επίσης  οφσορίστα ηγούμενο κερδίζει από το ιστολόγιο μας τη δωρεάν ανάγνωση του. Όσο για εκείνα τα μόμολα: Άδωνι αι Πλεύρη και επειδή ο Αρχηγός ήταν μοναχοφάης, πστεύω ότι τα είχε παραμυθιάσει τα κακόμοιρα να πιέζουν με επερωτήεις τη Βουλή για την αγορά των σούπερ-πούμα προς καλό της πατρίδος. Θα το πληρώσουν όμως στο τέλος πολύ ακριβά. Όπως εκείνα τα δυο κοτόπουλα που θυμάμαι μικρός στο χωριό: Είχα σχολάσει, που λέτε, από το γυμνάσιο οι μεγάλοι έλειπαν στη δουλειά και πήγα με τον τενεκέ στο κουμάσι* το φαί του γουρουνιού. Το έριξα στον κορίτο** όπου και όρμησε πεινασμένο και λαίμαργο το οικόσιτο μας. Δυο μικρά κοτοπουλάκια έτρεξαν να τσιμπήσουν και αυτά κάτι, αλλά μόλις πλησίασαν τον κορίτο ο μοναχοφάης χοίρος τα έκανε μια χαψιά!
Και χριστιανός να μην είσαι,  μελαγχολείς όταν σκεφτείς ότι πριν λίγες μέρες, την 1η Νοέμβρη συγκεκριμένα, γιόρταζε η εκκλησία μας τη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των αποκαλούμενων και Αν-αργύρων. Δυο αδελφών γιατρών που γύριζαν και γιάτρευαν τον κόσμο χωρίς να παίρνουν άργυρο δηλαδή λεφτά. Και δεν αποκλείεται το γουρούνι να πήγε στους Αγίους Αναργύρους που είχανε πανηγύρι και κόσμο (Β' Αθήνας γαρ) φορώντας φυσικά τη γνωστή μάσκα του θρησκευόμενου!!!

________________
*    το σπιτάκι του γουρουνιού
**  το στενόμακρο και ξέβαθο ξύλινο σκεύος του φαγητού του

Σημείωση: Εννοείται ότι ζητάω συγνώμη από το συμπαθές τετράποδο για τη λεκτική κακομεταχείριση του. Είναι απείρως πιο έντιμο.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Αετός: Η απίστευτη, εθελοντική και επώδυνη διαδικασία της αναγέννησης του!!!



Ο Πέτρος Κακολύρης στο συγκλονιστικό του βιβλίο "Η Ιστορία της Καρδιάς μου - Το Χρονικό μιας Μεταμόσχευσης" παραθέτει για τον αετό μια ιστορία εθελοντικής και βίαιης αναγέννησης του, την οποία και μεταφέρω αυτούσια γιατί νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Ιδίως τώρα στη δύσκολη εποχή που περνάμε:

"... Ο αετός είναι το μακροβιότερο από τα αρπακτικά πουλιά. Ζει εβδομήντα χρόνια. Αλλά για να φθάσει σε αυτή την ηλικία πρέπει να πάρει μια σκληρή απόφαση. Στα σαράντα του χρόνια, τα μακριά και ευέλικτα νύχια του δεν μπορούν να αρπάξουν πια τη λεία τους για να τραφεί. Το μακρύ και κοφτερό ράμφος του γίνεται πολύ κυρτό. Τα υπερήλικα και βαριά φτερά που οφείλονται στα πυκνά πούπουλα, κολλάνε στο στήθος του και τον δυσκολεύουν στο πέταγμα. Του μένουν λοιπόν δύο επιλογές: Να πεθάνει ή να περάσει μια επώνδυνη διαδικασία αλλαγής που διαρκεί 150 μέρες. Η διαδικασία αυτή απαιτεί να πετάξει στην κορυφή του βουνού και  να παραμείνει στη φωλιά του. Εκεί ο αετός χτυπάει το ράμφος του σε ένα βράχο μέχρι να το αποκόψει. Αφού το αποκόψει θα περιμένει να φυτρώσει καινούργιο και έπειτα θα κόψει τα νύχια του. Μόλις βγουν τα καινούργια, αρχίζει να μαδάει τα γερασμένα του φτερά. Και μόλις συμπληρωθούν οι πέντε μήνες ορμάει πάλι προς τη ζωή! Πραγματοποιεί τη διάσημη "πτήση της αναγέννησης του" και ζει ακόμη τριάντα χρόνια. ..."



Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Εδώ είναι ... Κορδοπάτης δεν είναι παίξε-γέλασε!!!




Θανάση Βαλτινού:



              Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (απόσπασμα)


 ........Σε πέντε μήνες λαβαίνω ειδοποίηση από το πρακτορείο του Μαλούχου στην Τρίπολη. «Αυστροαμερικάνα» η εταιρία και το πλοίο θα έφευγε από Πάτρα για Νέα Ορλεάνη, όχι για Νέα Υόρκη. Ετοιμάστηκα πάλι και είπε ο αδερφός μου ο μεγάλος, αφού έφευγα εγώ, να πάρω και τον Πάνο. Το αποφασίσαμε εκείνη τη στιγμή. Κοντά σε μας αρματώθηκαν[1] άλλοι έξι. Όλοι μαζί φύγαμε από το χωριό τον Οκτώβριο στις πέντε, το ΄907. Στην Πάτρα φτάσαμε βράδυ, στα ψηφώματα[2]. Ψάξαμε για ξενοδοχείο, κλείσαμε κρεβάτια κι ύστερα βγήκαμε για φαγητό. Το πρωί σηκωθήκαμε χαράματα και περιμέναμε ν΄ ανοίξει η εταιρεία. Μας έστειλαν πάλι στο γιατρό κι αυτός μας κοίταζε έναν έναν.  Όσοι ήσαν για φευγιό τους έδινε χαρτί, όσοι δεν ήσαν τους γύριζε πίσω στα χωριά τους….

Αφού όλα τα ετοιμάσαμε, το βράδυ, πριν πέσει ο ήλιος, μπήκαμε στο πλοίο και κατά τις εννιά αναχωρήσαμε.

Τρεις μέρες προχωρήσαμε. Την Τρίτη, νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν, κι αντί για μπρος, γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια.Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή.  Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο.

  Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Τα βλέπαμε, τα είχαν στα αμπάρια, και τα σιχαινόμασταν. Τρεις τέσσεροι από μας τα έτρωγαν, έκλειναν τα μάτια, η καρδιά τους το δεχότανε. Οι άλλοι κιντυνεύαμε από ασιτία[3].  Καμιά βδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε[4]. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες, τις πετάγαμε.
 Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά. Και όλοι μαρτύραγαν από φαγούρα ατέλειωτη. Εμείς είχαμε αλειφτεί με τον υδράργυρο,[5] δεν είδαμε τέτοιο πράμα στα κορμιά μας.
Σε λίγες μέρες, με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες[6] μπροστά στα ντεπόζιτα και εκεί γινόταν χαλασμός..............
 
___________________________________________________________
[1] Αρματώνομαι: εφοδιάζομαι με τα απαραίτητα για το ταξίδι,    2 Το σούρουπo     3 Έλλειψη τροφής    4 Τελείωσαν   5 Ειδική αλοιφή (αργυραλοιφή) για να απωθηθούν οι ψείρες   6 Μεγάλα πήλινα αγγεία νερού.
 
 
 

 
 

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Τα τραίνα που ... φύγαν!!!

Πέτρινη γέφυρα λίγο έξω από την Κυπαρισσία, αφημένη στη φθορά του χρόνου


Πιστεύω πως αν ήθελε κάποιος να αξιολογήσει με βάση τη βαρύτητα των συνεπειών τους όλα τα σκάνδαλα που διέτρεξαν και διατρέχουν την πολιτική ζωή της χώρας τα τελευταία 100 χρόνια, πρώτο και με διαφορά πρέπει να έρχεται αυτό της εγκατάλειψης των σιδηροδρόμων. Όλες οι γραμμές της Πελοποννήσου έχουν μείνει στο 1904, όπως τις άφησαν οι Ιταλοί που τις κατασκεύασαν! Και μιλάμε για το πιο οικολογικό μέσο μεταφοράς που κινείται πάνω στη γη. Γιατί και οι ταχύτητες είναι πλέον πολύ μεγάλες και η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας δεν βλάπτει καθόλου το περιβάλλον. Άσε που η τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στους αμέτρητους χώρους που διαθέτουν οι σιδηρόδρομοι θα την καταστήσουν τελείως ανέξοδη. Στον μεγάλο και ιστορικό σταθμό του Άμστερνταμ υπάρχουν 14 διπλές ράμπες και ο τεράστιος ηλεκτρονικός πίνακας με τις αναχωρήσεις των συρμών φτάνει για να καλύψει μόνο το επόμενο δίωρο! Και όσο γι' αυτό το έρημο το δίκτυο που ιδίως στην Πελοπόννησο εγκαταλείφθηκε, πολλές γραμμές έχουν κλείσει, θα μας στοίχιζε η ανανέωση του πολύ φθηνότερα από χαράξεις καινούργιων δρόμων. Που, δεν λέω, και αυτές χρειάζονται. Αλλά για σκεφτείτε τη διαδρομή Κυπαρισσία- Αθήνα σε δυόμισυ ώρες! Και αυτό στο οποίο πάει τώρα το μυαλό σας για το ποιοί θα χάνανε, είναι αυτό που δίνει και την απάντηση στο μεγάλο γιατί; Εδώ και πολλά χρόνια οι λεωφορειούχοι του ΚΤΕΛ διατηρούσαν άριστες σχέσεις με την εξουσία. Πολλοί από αυτούς ήτανε και κομματάρχες. Ένας Βογιατζής διευθυντής του ΚΤΕΛ Ευβοίας υπήρξε επί ΕΡΕ (1954-1963) ο μόνιμος υπουργός συγκοινωνιών. Η δικτατορία δεν έκανε τίποτα για τα τραίνα. Και μετά την μεταπολίτευση ας μην ξεχνάμε τον αλήστου μνήμης Αντώνη Λιβάνη, τον αρχιλογιστή  και πολυλεωφορειούχο του ΚΤΕΛ Πάτρας, που υπήρξε το δεξί χέρι του Αντρέα Παπαντρέου. Αλλά και εκείνον τον περίεργο Γιώργο Πέτσο που συμπλήρωσε σχεδόν 10ετία  στο τιμόνι του ΟΣΕ. Απολογισμός >>>> έργο: μηδέν! χρέη: άπειρα!


Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Γράφονται και έτσι κάποια μικρά διηγήματα!!!





Στρατής Τσίρκας

Μνήμη

Μου τηλεφώνησε κάποιος φίλος· καθόμαστε στο ίδιο προάστιο.
      — Τα βράδια κλείνεσαι πάντα;
      — Εμ;
      — Φίνα. Θα 'ρτουμε με το Δημήτρη. Κάτι θέμε να σου ζητήσουμε.
     Ήρθανε γύρω στις εννιά. Τους έβγαλα καφεδάκι και μπήκαν αμέσως στο  προκείμενο.
     — Θέλουμε να μας γράψεις ένα μικρό διήγημα στη μνήμη του Σάββα.
     — Για σταθείτε, τους είπα. 'Ετσι ολούρμου* θαρρείτε πως γράφονται τα διηγήματα; Το Σάββα τον αγαπούσα... τον θαύμαζα. Πήγα στην κηδεία του, τον έκλαψα...
     — Περιμέναμε πως θα 'λεγες δυο λόγια πριν να τον χώσουν.
     — Δεν το σκέφτηκα. Κι ύστερα, ήμουν τσακισμένος. Την παραμονή τον είχα δει που έλεγε τα χωρατά του, κι ήταν τόσο ήρεμος. Και την άλλη, πάει ο καλός ο άνθρωπος.
     — Ώστε τον είδες την παραμονή;
     — Είναι ένας ξάδερφός μου στο νοσοκομείο, με κήλη, κι είχα πάει να του κάνω συντροφιά. Εκεί μπαίνει το γιατρουδάκι μας: χαιρετούρες, τραταρίσματα, ευγένειες. Ο ξάδερφος, καταλαβαίνετε, είναι στην πρώτη θέση. Γυρίζει μια στιγμή ο γιατρός και μου κάνει: Ξέρεις ποιον έχουμε κάτω, στο θάλαμο; Το Σάββα. Εγχειρίζεται αύριο.
    — Ώστε τ' αποφάσισε, λέω.
    — Τ' αποφάσισε το θηρίο!
    — Κι εσείς, τι λέτε;
    Στράβωσε τα μούτρα του. Κατάλαβα.
    - Του το είπατε;
   — Το ξέρει. Μα προτιμάει να το παίξει τώρα, παρά κάθε μέρα που... Δεν περνάς να τον δεις κατεβαίνοντας;
  — Είναι στο κρεβάτι;
  — Είναι με τις πιτζάμες, αλλά μπορείς να κρατήσεις το Σάββα πλαγιασμένο;
      Κατέβηκα και τον βρήκα στο διάδρομο. Είχε τρεις τέσσερις γυναικούλες γύρω του και τους κουβέντιαζε.
  — Γεια σου, Σάββα, του λέω.
  — Α, καλώς τον. Μια στιγμή να πεταχτώ στο θάλαμο να δω τι γίνεται ο άρρωστος. Θες να περιμένεις;
  — Θα περιμένω, του λέω. Για σένα ήρθα.
      Γύρισε σε λίγο.
  — Εντάξει, μου λέει. Ο άρρωστός μου κοιμάται βαθιά.
  — Ο άρρωστός σου;
  — Ε, ναι. Έχω έναν στο διπλανό κρεβάτι κι όλη νύχτα τον πάλευα. Ήθελε να σκοτωθεί. Είχε πάρει σουμπλιμέ* —«ερωτική απελπισία», ακούς εκεί; Τον φέρανε σε κακά χάλια. Κι αυτός ο καλός σου, μόλις συνέφερε κομμάτι*, πήρε δρόμο για την ταράτσα, να τα δώσει από κει πάνω. Καλά που τον κατάλαβα κι έτρεξα πίσω του. Το λαρύγγι μου γάνιασε* να τον κατηχάω όλη τη νύχτα. Ερωτική απελπισία, σου λέει. Να δεις κράση, να δεις κορμί. Ε, ρε, αδικίες ο κόσμος...
  — Ώστε, Σάββα, τ' αποφάσισες;
  — Να σου πω. Θέλω να ζω και να ξέρω πως σε κάτι χρησιμεύω. Έτσι, με το σήμερα και το αύριο δεν μπορώ να βάλω πλάνο. Τι να περιμένουμε και να χάνονται οι μέρες;
  — Κι ο γέρος σου θα έρτει αύριο;
  Εκεί τo μούτρο του για μια στιγμή συννέφιασε μα γρήγορα φωτίστηκε από μια εύθυμη σκέψη.
  — Έπρεπε να πάρω τις πιτζάμες μου, κατάλαβες; Του είπα λοιπόν πως η Εταιρεία με στέλνει στο Κάιρο, για να παραλάβω καινούριο καμιόνι* και θα λείψω μέρες. Φρόντισα και του γέμισα το κουτί του καφέ για μια βδομάδα. Τίποτ' άλλο δε χρειάζεται. Τι να τον έχω να τρώγεται; Αν είναι να το μάθει, θα το μάθει μια και καλή.
     Κάθισα με το Σάββα κάπου δυο ώρες κι όλο με το καλαμπούρι και το χωρατό του ήταν. Θυμηθήκαμε τα παλιά. Πώς γνωριστήκαμε κάτω από τις βόμβες μια νύχτα συναγερμού, που τριγυρίζανε τα Μέσερσμιτ* πάνω απ' την Αλεξάντρεια... Σηκώθηκα για να φύγω και δεν ήξερα πως να τον αποχαιρετήσω. Ο μορφασμός του γιατρού μού τριβέλιζε το μυαλό, και μ' έπιασε γλωσσοδέτης.
  — Έλα να φιληθούμε, μου λέει εκείνος. Αν δεν ξανανταμώσουμε, εσύ τη δουλειά σου, σύμφωνοι;
  — Αυτά να γράψεις, μου κάνει ο Δημήτρης.
  — Μα με τέτοια δε γίνεται διήγημα, δεν το καταλαβαίνεις; Αν έχεις να μου πεις τίποτα παράξενο, τίποτα έκτακτο που να έκανε...
  — Δημήτρη, πες του για τους αστυφύλακες.
  — Σώπα, μωρέ Νικόλα. Τι να τους κάνει τους αστυφύλακες; Α, να κάτι: Θυμάσαι τότε επί Φαρούκ*, που κανείς δεν τολμούσε να κατεβεί στο δρόμο για να μαζέψουμε υπογραφές στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης*. Ο Σάββας έκανε την αρχή. Διάλεξε τον τομέα του Τελωνείου και τον αλώνισε. Άλλους, τους πιάσανε. Δυο φάγαν απέλαση, θυμάσαι; Μα ο Σάββας όχι μόνο δεν πιάστηκε, αλλά κατάφερε και να πάρει την υπογραφή του αξιωματικού που του έκανε την ανάκριση.
  — Πώς τον κατάφερε;
  — Του εξήγησε. Του διάβασε τη διακήρυξη κι ο άλλος είπε: Μα τούτο το υπογράφω κι εγώ.
  — Άλλες λεπτομέρειες; Αν ξέραμε περισσότερα...
  — Τι τα χρειάζεσαι; Δε σου φτάνει πως πήρε την υπογραφή εκεινού που θα διάταζε να τον πιάσουν;
  — Στο διήγημα δεν είναι τα γεγονότα που λογαριάζουν, μα πώς γινήκανε και πώς τα περιγράφεις. Χωρίς ψυχολογικές λεπτομέρειες κανείς δε θα σε πιστέψει.
  — Δημήτρη, πες του για τους αστυφύλακες.
  — Σώπα, μωρέ. Δε βλέπεις τι σου λέει;
  - Γράψε τότε για την κηδεία. Για το γέρο του και τ' αδερφάκι του. Τι ωραία που στάθηκαν. Γράψε για τον κόσμο που έκλαιε...
  —  Α, τώρα θυμήθηκα, τον έκοψε ο Δημήτρης. Αλλά τούτο δε θα μπαίνει σε διήγημα. Ήταν όταν τον ψέλναν στο εκκλησάκι. Είχα μείνει στα σκαλοπάτια και με διπλάρωσε ο ένας από τους νεκροθάφτες, ο Ρωμιός. Βυθομετρούσε την κατάσταση για το φιλοδώρημα: Για κοίτα κόσμος, μου λέει. Πού βρέθηκαν τόσοι γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι. Τι κοπέλες, τι γέροι, τι παιδιά. Τόση αργατιά. Παλαιοί πολεμιστές και ανάπηροι με τα λάβαρα... Τι ήταν ο μακαρίτης;
  — Σοφέρ, του κάνω. Σοφέρ σε καμιόνι.
  — Τίποτα μασονία*, ε;
  — Ποια μασονία τσαμπουνάς*, ευλογημένε. Άνθρωπος ήταν σαν κι εμάς.
  — Και τόσα κόκκινα τριαντάφυλλα; Αλλού αυτά... Εδώ κοντεύει ν' αδειάσετε τ' ανθοπωλεία. Εκτός αν δεν ξέρεις του λόγου σου. Μα το Σταμάτη (θα τον λένε Σταμάτη) δεν τον γελάει κανείς. Χρόνια στο επάγγελμα. Μπορώ με το πρώτο να σου πω αν ο μακαρίτης είχε τη σειρά του, αν τον κλαίνε στ' αλήθεια ή στα ψέματα. Του λόγου σου, για παράδειγμα, συγγενής σου ήταν;
  — Συγγενής όχι, μα φίλος.
  — Τι φιλίες μπορούσες να έχεις του λόγου σου μ' ένα σοφέρ; Βλέπεις; Κι άκουσε να σου πω. Χρόνια έχω να δω τόσους πολλούς να κάνουνε σειρά, ποιος θα πρωτοσηκώσει το σεντούκι. Πολύ παράξενος σοφέρ, μα την αλήθεια!
  — Αμ, οι δυο αστυφύλακες; είπε τώρα ο Νικόλας. Πώς το πήρανε χαμπάρι και τρέξανε;
  — Οι δυο που ήταν στην κηδεία; Είπα εγώ. Θα τους έστειλε η Ασφάλεια.
  — Ασφάλεια και πράσινα άλογα! Ήταν της Τροχαίας, φίλοι του. Όλοι της Τροχαίας τον ξέραν και τον αγαπούσαν. Όποιος ήθελε φάρμακο στο Σάββα πήγαινε. Τον σταματούσαν με το καμιόνι του όπου και να 'ταν, σε σταυροδρόμι, στην Κορνίς*. Το και το, του λέγανε: το κεφάλι, τα νεφρά, ρευματισμοί. Κι αυτός τους βόλευε. Με δείγματα από το φαρμακεμπορείο που δούλευε.
     Σωπάσαμε κάμποσο. Σα να μας φάνηκε πως ο Σάββας πηγαινοερχόταν μέσα στο γραφείο με την ντουμανιασμένη* ατμόσφαιρα. Χαμογελούσε ήρεμα: Αν δεν ξανανταμώσουμε, εσύ τη δουλειά σου. Σύμφωνοι;
  — Τι λες, γίνεται τίποτα;
  — Δε σας υπόσχομαι. Μα θα προσπαθήσω.
      Τους έβγαλα ως το κεφαλόσκαλο. Με καληνύχτισαν και φύγανε.

 
ολούρμου: καταλαβαίνεις· εδώ επιρρηματικά: όπως όπως.
σουμπλιμέ: (λ. γαλλ.)· χλωριούχος υδράργυρος. Χρησιμοποιείται ως δηλητήριο ή αντισηπτικό.
συνέφερε κομμάτι: καλυτέρεψε λίγο.
γάνιασε: (το ρ. γανιάζω) στέγνωσε.
καμιόνι: (λ. γαλλ.)· φορτηγό αυτοκίνητο.
Μέσερσμιτ: γερμανικά αεροπλάνα που χρησιμοποιήθηκαν στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
επί Φαρούκ: ήταν βασιλιάς της Αιγύπτου, που εκθρονίστηκε το 1952.
Διακήρυξη της Στοκχόλμης: Το 1949 στη Στοκχόλμη το παγκόσμιο συμβούλιο της ειρήνης (πρόεδρος Ζολιό Κιουρί) με τη διακήρυξη αυτή συγκέντρωσε υπογραφές απ' όλο τον κόσμο για τη διακήρυξη της ειρήνης.
μασονία: η εταιρία των μασόνων (τεκτόνων).
τσαμπουνάω: φλυαρώ, αερολογώ.
Κορνίς: παραλία της Αλεξάνδρειας.
ντουμανιασμένη ατμόσφαιρα: ατμόσφαιρα γεμάτη καπνούς.

 Σημείωση: το διήγημα δανείστηκα από το «Ψηφιακό Σχολείο».

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ: Ένα περιοδικό μεγάλης ...αναταραχής στο λογοτεχνικό μας τέλμα!!!



     Όταν στην αρχή του χρόνου εμφανίστηκε το λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ως συνέχεια του "πλανόδιον" που είχε κλείσει, πολλοί νομίσαμε ότι ο εκδότης του κ. Κώστας Κουτσουρέλης πρέπει να είχε λεφτά για πέταμα. Κάτι σαν κίνηση αυτοχειρίας για το συγκεκριμένο χώρο και μέσα στην παρούσα χρονική συγκυρία που τα περισσότερα από αυτά κλείνουν. Και αν βλέπουμε κάποια λίγα να συνεχίζουν να κυκλοφορούν ακόμη, με μεγάλα ζόρια και πολύ αραιωμένη περιοδικότητα, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο μέγα πάθος που δονεί τους "ιεραπόστολους" εκδότες τους. 
     Από το πρώτο του τεύχος όμως που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου το νέο περιοδικό έδειξε τις προθέσεις του: να είναι ένα περιοδικό που θα σέβεται την αποστολή του, και η οποία δεν είναι άλλη από το να ασκεί ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ και ειλικρινή κριτική που στο τέλος αποβαίνει και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ για τη λογοτεχνία μας. Γιατί κακά τα ψέματα, μέχρι τώρα τέτοιο περιοδικό δε υπήρξε! Μια αχλύ αυτοσυγκράτησης σκέπαζε το χώρο και οι κριτικές κινούνταν μόνιμα σε καταστάσεις ...επαίνων και σε περιγραφές αριστουργημάτων για τις νέες εκδόσεις. Και δεν γινόταν αυτό για λόγους κάποιας διαπλοκής αλλά γιατί λειτουργούσε πάντα η αυτολογοκρισία από το φόβο των "ιουδαίων" οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τους συνδρομητές συγγραφείς και ποιητές, και τους μεγάλους, συνήθως, εκδότες. Όπως γίνεται με κάποιους διαιτητές που σφυρίζουν υπέρ του Ολυμπιακού χωρίς να τους το ζητήσει ο Μαρινάκης
     Ο κ. Κουτσουρέλης, όμως, και οι συνεργάτες του ήρθαν για "να σπάσουν αυγά"! Από το πρώτο τεύχος κιόλας άνοιξαν ένα πολύ σημαντικό θέμα: το "Φάκελο Λογοκλοπή" ξεσκεπάζοντας στα ίσια με ντοκουμέντα και κείμενα δυο "μεγάλους ποιητές μας" που ...κλέπτουν οπώρας. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά όλη η κριτική του περιοδικού για την ποίηση και την πεζογραφία λέει τα πράγματα με το όνομα τους και δεν χαϊδεύει αυτιά! Το ευχάριστο δε είναι ότι το δεύτερο τεύχος βγήκε ακόμη καλύτερο από το πρώτο. Καυτά θέματα, ελκυστική γραφή, αριστουργηματική διάταξη και πολλή ύλη.
     Νομίζω ότι αποτελεί ένα κόσμημα για τη λογοτεχνία μας. Δεν γνωρίζω τους ανθρώπους αλλά κάνω την πρόβλεψη ότι το δημιουργημά τους θα αφήσει εποχή. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και στο neoplanodion@gmail.com.  




Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η ΚΕΡΑ ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΑΒΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ..



Του Θεόδωρου Κόλλια*


          Να ‘μαι λοιπόν στις 12 το μεσημέρι στο σταθμό του ΚΤΕΛ στο Ηράκλειο, φορτωμένος με όλα τα σχετικά και αναγκαία. Προορισμός το οροπέδιο του Λασιθίου. Το Λασίθι με τις δεκαοχτώ χάντρες του, σαν κομπολόι. Τα δεκαοχτώ χωριά του περιμετρικά γύρω-γύρω, στη μέση ο κάμπος και γύρω τα βουνά της Δίκτης. Ήξερα από την Αθήνα ότι για το Λασίθι από το Ηράκλειο υπήρχαν εβδομαδιαίως έξι  δρομολόγια. Τρία να πας, και τρία να επιστρέψεις, Δευτέρα, Παρασκευή και Κυριακή.   Το πρακτορείο ένα παλιό κτίριο, κοντά στη θάλασσα, στο βόρειο μέρος της πόλης. Κι αυτό ακολουθεί την αντίστοιχη μοίρα  των απανταχού πρακτορείων στη χώρα. Χώροι μικροί για τις ανάγκες της πόλης του πενήντα. Από δω για Ρέθυμνο, από εκεί για Τυμπάκι, για Άγιο Νικόλα και τα άλλα μέρη. Γέροντες, νέοι, ντόπιοι, τουρίστες κι ό,τι καρυδιάς καρύδι θες. Ανακατεμένος ο ερχόμενος. Το Λεωφορείο θα έφευγε σε δυο ώρες. Τι να έκανα κι εγώ, πάω και κάθομαι σε ένα τραπεζάκι που καθόταν ένας μαυροφορεμένος. Γέρος, νιος δύσκολο να το ξεχωρίσεις αν δε πήγαινες κοντά. Όμως τι γέρος ή νιος; Με το που έκατσα παραδίπλα συνειδητοποίησα ότι ήταν μια γυναίκα με κοντά μαυρόασπρα μαλλιά και παντελόνι. Η Κερά Ευτέρπη! Με είχε ξεγελάσει η πίπα με το τσιγάρο που δεν έβγαζε ούτε λεπτό από το στόμα και το μπουκάλι τη μπύρα που είχε μπροστά της.
       Μην πολυλογώ, πιάσαμε ψιλοκουβεντούλα και τι σύμπτωση; Ήταν Λασιθιώτισα και περίμενε το ίδιο λεωφορείο. Σε λίγο γνωριστήκαμε, από που είσαι, πώς σε λένε και τέτοια.
     - Μα καλά, συνέχεια καπνίζεις; Δεν σε πειράζει;
     -Τι να κάνω; Να ΄ξερες  τη με δέρνει, αλλά και πώς να περάσει η ώρα; Να μετράω τα λεφτά που δεν έχω;
    -  Ε τότε θα κεράσω εγώ.
    - Εσύ να κερνάς στην πατρίδα σου. 
    - Έχεις έρθει στην Αθήνα, της λέγω γιατί μου έκανε εντύπωση που δε μίλαγε καθόλου κρητικά.
    - Άκου να δεις, μου ανοίγεις παλιές πληγές. Αλλά αφού με κουρντάς θα στα πω έτσι σαν εξομολόγηση,  να ελαφρώσω μετά από τόσα χρόνια μια και φοράς μαύρα πάνω κάτω. Άκου λοιπόν: Μέχρι τα σαράντα μου με τον άντρα μου ζούσαμε στην Αθήνα. Είχαμε ένα μικρό καφενεδάκι πίσω στην Αθηνάς και τα κουτσοβολεύαμε. Να όμως που μας έτρωγε το σαράκι. Τα χρόνια περνούσαν σαν το νερό στο ποτάμι, τόσα χρόνια παντρεμένοι αλλά τζάμπα «μας είχαν  καταταραστεί όλοι οι θεοί και οι διαβόλοι» όπως μου έλεγε ο μακαρίτης ο άντρας μου. Ένας όμως μαμογιατρός κοντά στο Λυκαβηττό με τα σούρτα φέρτα και αφού μας έφαγε πολλά φράγκα, μας λέει ότι «φταίει ο μολυσμένος αέρας, να πάτε στο βουνό κι όλα θα γίνουν μια χαρά» Έτσι μας έλεγε έτσι σου λέω. Αλλά εγώ πού  να το πιστέψω. Είχα τις αμφιβολίες μου. Ο άνδρας μου, όμως, με έφαγε με τις μπούρδες του γιατρού. Κάθε ώρα μέρα νύχτα, να φύγουμε από την παλιαθήνα και να πάμε στο χωριό του, όπου έχει καθαρό αέρα. Μάλιστα κάποια μακρινή ξαδέλφη τού είχε πιπιλίσει το μυαλό για ένα βότανο που φυτρώνει  πάνω δω στη Δίκτη. Έλεγε ότι ήταν σερνικοβότανο για όλες τις στέρφες, όχι μόνο γυναίκες αλλά και γίδες.
     - Με τα πολλά, του λέω «πήγαινε εσύ πρώτα και μετά έρχομαι κι εγώ» Αλλά πού να με αφήσει; Ούτε ώρα. Μαζί στο καφενείο νύχτα- μέρα. Και μπιρ-μπιρ συνέχεια ώσπου μονολογούσε και στο ξύπνιο του και στον ύπνο του. Έδωσε, πήρε, δύο, τρία χρόνια το ίδιο βιολί - βιολάκι μέχρι που λέω άει σειχτίρ εγώ τα είδα τα καζάντια μου. Έτσι μια ωραία μέρα, που να μην έσωνε, μαζεύουμε τα μπογαλάκια μας και γίναμε καπνός από την Αθήνα.
    - Και μετά τι κάνατε, τη ρωτάω με αγωνία γιατί την έβλεπα που κάθε τόσο αναστέναζε λέγοντας: «αχ ρε άγγελέ μου – αχ ρε Απολλόδωρε»
    - Είπαμε θα στα πω αλλά μη βιάζεσαι. Επί έξι  μήνες, άνθρωπέ μου, συνέχεια ο άντρας μου γυρνούσε στα γύρω βουνά και μάζευε κείνο το βότανο κι εγώ να πίνω συνέχεια, δέκα ποτήρια την ημέρα μέχρι που μύριζα ολόκληρη σαν τα σκολιάμπρια, τα ξέρεις; Αλλά πού: Τίποτα! Τότε είναι που φούντωσαν οι αμφιβολίες μου. Εγώ στο ποτήρι που πίνω ήμουνα κατσαρόλα που κοχλάζει. Το καταλάβαινα. Με ένα τσακ άναβα, το βλεπα ότι κάτι άλλο φταίει. Στα σαράντα και βάλε το έπιασα το πράγμα. Τα σπόρια του αντρός μου ήσαν κούφια. Αλλά και τι να κάνω; Θα με σκότωνε ο κρητίκαρος. Άκου  όμως τι μπήκε στο μυαλό μου. Να με κόψει μαύρη χολέρα, αν λέω το παραμικρό ψέμα. Βέβαια δεν του είπα ποτέ τίποτες, τον είχα πάντα εικόνισμα, όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το φευγιό του. «Μανώλη» του λέω ένα βράδυ που γύρισε ψόφιος από το βουνό, «δεν πάει άλλο, δε κάνουμε τίποτα, το μόνο που μας μένει είναι να πάμε στο μοναστήρι να ξομολογηθούμε και να μας αγιάσει ο ηγούμενος. Δε βλέπω άλλη λύση. Αν δεν θέλει ο θεός, βασανιζόμαστε τζάμπα» Πες-πες τελικά τον έπεισα και ένα απογευματάκι παρουσιαστήκαμε στο μοναστήρι και να μην στα πολυλογώ, πιάνουμε τον καλόγηρο και του λέμε τον καημό μας. «Πάτερ μου άλλη ελπίδα δεν μας έμεινε, μόνο ο Θεός» Και μας λέει΄«Τέκνα μου, εγώ  να σας ξομολογήσω κι ο Θεός θα δώσει τη χάρη του» Πρώτα πήγε ο άντρας μου και μετά εγώ. Έπεσα στα πόδια και του λέω: «άγιε μου ηγούμενε, αυτό κι αυτό συμβαίνει» Του τα είπα όλα με το νι και με το σίγμα, τούπα για το βότανο και στο τέλος για τα κούφια σπόρια. «Άκου μου» λέει ο άγιος άνθρωπος, «κάθε βράδυ να πέφτετε στα γόνατα και να παρακαλάτε το Θεό κι αυτός θα σας λυπηθεί γιατί είναι φιλεύσπλαχνος»  «Να με συμπαθάς» του λέω «αυτά και πολλά άλλα τα κάνουμε επί δέκα χρόνια. Εξήντα εκκλησίες και εξωκλήσια έχω ζώσει η κακομοίρα με κερένια κλωστή αλλά τζίφος» Εκείνη τη στιγμή κι ενώ τρανταζόμουν  βγάζω κι ακουμπώ στο χέρι του ένα χρυσό σταυρό και ένα ρολόι και του λέω ανάμεσα στα αναφιλητά μου, «Πάτερ δεν έχω τίποτα άλλο, βάλτα  στην εικόνα της Παναγιάς για να με  συγχωρέσει ο Θεός. Πώς να στο πω; Εγώ ξέρω πια είναι η γιατρειά  μια κι έξω, και στο άψε- σβήσε, αλλά φοβάμαι την αμαρτία. Όμως εάν εσύ μου δώσεις άφεση ο Θεός θα κάνει στραβά μάτια. Για μια φορά το ζητάω πάτερ μου η κακομοίρα» Και δώστου που λες λυγμούς και παρακάλια μέχρι που μου λέει ο άγιος άνθρωπος: «Τέκνο μου αμαρτία ξομολογούμενη ούκ έστιν αμαρτία, τι να κάνουμε όλα σε τούτη εδώ την πλάση είναι του θεού και τα καλά και τα στραβά, να ξέρεις ότι όλα τα ανήθικα και τα βλαβερά  είναι ωραία και απολαυστικά. Προχώρα  κυρά μου κι ο Θεός ξέρει και παραξέρει».
    - Αχ άγιε πατέρα, ο άνδρας μου θα με σκοτώσει, άσε που εδώ στα χωριά δε γίνεται γιατί θα μαθευτεί αμέσως. Τι να κάνω η καημένη; Δεν με αφήνει να πάω πουθενά»
    - Εμ τότε ο Θεός δεν εγκρίνει, γι αυτό κάτσε στα αυγά σου.
Εγώ εκεί…. Είχα μάθει ότι το μοναστήρι είχε τέσσερις γερόντους και έναν νέο δεκαοχτάρη, δόκιμο που έκανε και τις έξω δουλειές. Οπότε είχα τα σχέδια μου.
(Αυτή τη στιγμή ακολούθησε βαθιά σιωπή και περισυλλογή που έκλεισε με ένα ποτήρι μπύρα μονορούφι).
   - Αχ καλέ μου άνθρωπέ, την κόλαση την ήξερα από τα παιδικά μου χρόνια στο ορφανοτροφείο αλλά τον παράδεισο μια και μοναδική φορά τον είδα. Χιλιάδες Χερουβίμ και Σεραφείμ παιάνιζαν και τραγουδούσαν.. Αχ ρε Απολλόδωρε να είσαι καλά εκεί που είσαι.
(Απολλόδωρος ήταν ο 18αρης …ο αρχιχερουβείμ που διακόνησε την κυρά στα ύψιστα εγκόσμια σε μια υπερκόσμια ανάταση).
Και έτσι για να τελειώνουμε, αναφέρω την κατάληξη αυτής της ιστορίας, όπως μου ειπώθηκε  από την πρωταγωνίστρια,  την Κερά κι αρχόντισσα:
Αμέσως μετά το συμβάν που έλαβε χώρα ιεροκρυφίως σε ένα μικρό και ανήλιαγο κελί, ο μοιχός  Απολλόδωρος έφυγε άρον–άρον, κάπου στο Άγιο Όρος, λένε. Και η μοιχαλίδα …ούτε γάτα ούτε ζημιά. Σε εννιά μήνες γέννησε ένα αγοράκι μέσα σε χαρές και πανηγύρια του …..μπαμπά κερατά. Δυστυχώς η μοίρα άλλα έγραφε. Σε δυο χρόνια πέθανε το παιδί κι αμέσως σε έξι μήνες πάει και ο μπαμπάς. Κι έτσι που λέτε η κακορίζικη Κερά Ευτέρπη, έρμη και μοναχή, σαν καλαμιά στο οροπέδιο, έγινε καντηλανάφτησα στο μοναστήρι.

Αλί και τρισαλί!!!



 * O Θεόδωρος Κόλλιας  γεννήθηκε στο Γιαννιτσοχώρι Ηλείας το 1953 και σπούδασε κτηνιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκτός από το επάγγελμα του ασχολείται ενεργά με τη λογοτεχνία με ιδιαίτερη κλίση στη διηγηματογραφία. Κρατάει το Blog του χωριού του με τον ομώνυμο τίτλο που θεωρείται ως ένα από τα πιο πετυχημένα της επαρχίας.