Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Η ΧΑΡΤΟΠΑΙΞΙΑ


Στις μικρές κοινωνίες των χωριών είναι πιο ορατές οι κατακλυσμιαίες αλλαγές που επέφεραν στη ζωή μας οι καινούργιοι τρόποι ζωής, ιδίως η τηλεόραση. Με πρώτο θύμα το καφενείο. Μαζεύεται ο κόσμος τώρα στα σπίτια . Δεν σφύζουν πια τα τραπέζια από ιστορίες, τάβλι και χαρτοπαίχνιδα. Πολλοί νεαροί πλέον δεν ξέρουν τι είναι τα ντόρτια ο ρήγας και τα σπαθιά. Μια παράδοση χρόνων σταμάτησε.
Από πολύ μικροί μπαίναμε στα μυστικά και τη γοητεία της τράπουλας. Από το δημοτικό μαθαίναμε την "κολιτσίνα" τη "ξερή" το «31» και το «βιδαριστό 31». Όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο περνάγαμε σε ανώτερες σπουδές. Τελειώνοντας την πρώτη, είχαμε μάθει το ραμί, ένα είδος κουμ-κάν. Στη δευτέρα μαθαίναμε την πόκα και από την τρίτη και μετά, μαζί με τα μακριά παντελόνια που βάζαμε, ανοίγαμε τις πύλες της εγκεφαλικής και της ατελείωτης στην εκμάθηση πρέφας.
Τις ημέρες των γιορτών, ιδίως ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά η χαρτοπαιξία έπαιρνε διαστάσεις επιδημίας. Είχανε τελειώσει τα λιομαζώματα και απερίσπαστοι οι θαμώνες των καφενείων μέσα στη θαλπωρή της σόμπας, τζογάριζαν πάνω στο αργό γύρισμα των χαρτιών και της τύχης τους. Χαρούμενοι οι καφετζήδες από το βιδάνιο, ένα είδος ΦΠΑ που εισπράττανε από κάθε συναλλαγή, κουβαλούσαν στα τραπέζια νερά και ποτά και τάϊζαν διαρκώς τη σόμπα με ξύλα, δημιουργώντας καταστάσεις μυσταγωγίας. Με τα θαμπά τζάμια να τρέχουν υδρατμούς και τα ντουμάνια του καπνού να ανεβαίνουν με δαχτυλίδια προς το ταβάνι.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γινόταν και η κορύφωση. Μετά το παραδοσιακό δείπνο με τον κόκορα μακαρονάδα, οι γυναίκες με τις κοπέλες έπαιρναν το κέντημα και το πλεχτό τους με το κουβάρι και τις βελόνες για κάποιο σπίτι με τζάκι ή σόμπα. Μαζεύονταν πολλές και κουβέντιαζαν μέχρις αργά. Πρέπει να έπιαναν και διάφορα πονηρά «θέματα» γιατί κάτι γέλια κακαριστά και μιας ιδιαίτερης χροιάς ακούγαμε να φτάνουν μέχρι το δρόμο. Ενώ οι άρρενες έτρεχαν στο καφενείο.
Όλα τα τραπέζια τζογάριζαν άγρια και τα λεφτά φόρα παρτίδα καθώς για εκείνη τη βραδιά υπήρχε μια εξαίρεση, μια άτυπη εκεχειρία εκ μέρους της χωροφυλακής. Συνεπαρμένοι οι χαρτοπαίκτες έκοβαν τα χαρτιά για «βιδαριστό 31» για «πόκα» για «ραμί» και κάποιοι ηλικιωμένοι για «πρέφα».
Από τα «μακριά παντελόνια» και μετά μπαίναμε και εμείς ελεύθερα, γιατί πιο πριν κρυβόμασταν κάτω από υπόστεγα με φως και με κάτι τράπουλες σαν πατσαβούρια παίζαμε «31» μέσα στο κρύο. Καθόμασταν λοιπόν και εμείς σε καρέκλες και παίζαμε σαν μεγάλοι. Επειδή όμως εξαντλιόταν από νωρίς η υποτυπώδης ταμειακή μας ευχέρεια και δεν είχαμε καθόλου όρεξη για ύπνο, προσεγγίζαμε σαν θεατές τα μεγάλα τραπέζια της πόκας για να μαθαίνουμε τεχνικές και να κλέβουμε κόλπα.
Σε αυτά έπαιζαν και οι ετήσιας βάσης χαρτοπαίκτες. Αυτοί οι παθιασμένοι τζογαδόροι που είχανε μάτια μόνο για το παιχνίδι. Ακόμα και όταν κοιτούσαν προς τη μεριά μας, εμείς καταλαβαίναμε ότι δεν μας βλέπουν. Ήταν το βλέμμα τους φευγάτο. Οι νευρικοί παίκτες κοιτούσαν τα χαρτιά τους αμέσως με το μοίρασμα. Ενώ για τους ήρεμους, αυτό το κοίταγμα των χαρτιών συνιστούσε μια μικρή ιεροτελεστία. Ιδίως όταν έπαιρναν το τελευταίο και καθοριστικό χαρτί. Το έχωναν μέσα στα άλλα τα ανακάτευαν όλα μαζί και τα έκλειναν. Τα σήκωναν μετά μέσα στις χούφτες και τα άνοιγαν σαν βεντάλια. Σιγά-σιγά και βασανιστικά για τη δική μας περιέργεια, μέχρι να σκάσει το σημάδι του καινούργιου που είχανε πάρει. Μιλούσαν μεταξύ τους με εκείνες τις παράξενες λέξεις: πάσο, ντούκου, δικαίωμα, τα βλέπω, ρέστα, φουλ, κέντα, ζεύγη, χρώμα, αβολοντέ και φλος, που ανέβαζαν στα ύψη το κλίμα της μυσταγωγίας.
Ένα κλίμα που έσπαζε βίαια από τις βλαστήμιες στο τέλος της κάθε παρτίδας. Βλαστήμιες σε πολύ μεγάλη ποικιλία. Αφού εξαντλούσαν το εορτολόγιο –πλην της Αγίας Παρασκευής που είναι η προστάτιδα του χωριού και τη σεβόντουσαν- περνούσαν στα ιερά σκεύη, στα άμφια του ιερέα, τη μήτρα του δεσπότη και σε ό,τι άλλο μπορεί να έχει σχέση με το θρησκευτικό οικοδόμημα.
Πολλές φορές θεωρούσαν εμάς τους νεαρούς θεατές, υπεύθυνους για τη χασούρα τους. Και δεν μας πείραζε τόσο το ότι γυρνούσε ο παίκτης που βλέπαμε τα χαρτιά του και μας άστραφτε ξαφνικά κάποιο σκαμπίλι. Πιο πολύ μας ενοχλούσε όταν μας έθιγαν κάποια ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Όταν μας έλεγαν, δηλαδή, ότι κάποιος από μας ήταν γρουσούζης γιατί «είχε παίξει το πουλί του». Κοκκινίζαμε τότε όλοι μέχρι τ’ αφτιά και να ήτανε τρόπος να άνοιγε η γη για να μας καταπιεί, γιατί όλοι είχαμε υποπέσει στο εν λόγω αμάρτημα, και όχι άπαξ ημερησίως!
Όλα αυτά τώρα χάθηκαν και μόνο κάτι νεαροί μετανάστες, πολυεθνικής σύνθεσης, συνεχίζουν να παίζουν σε κάποιο στρογγυλό τραπέζι, συνεννοούμενοι μεταξύ τους με τα σπαστά ελληνικά τους. Βρίσκουν στο καφενείο τη θαλπωρή που λείπει από τα υγρά και κρύα σπίτια που μένουν.
Οι πιο πολλοί στο χωριό δεν παίζουνε πλέον χαρτιά. Τρώνε το βράδυ της παραμονής τον κόκορα όπως πάντα -τα γαστρονομικά μας ήθη επιβιώνουν, βλέπεις, της τηλεόρασης- και αραχτοί μετά στους καναπέδες, δεν κάνουν τίποτα το διαφορετικό από ότι κάνουν και οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων και της Αθήνας: βλέπουν και αυτοί τα κανάλια με τα ειδικά μουσικά αφιερώματα.......

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤ(Ρ)Α ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ



Τέτοιες μέρες οργανώναμε τη χορωδία για τα κάλαντα, τα κάλαντρα όπως τα λέγαμε τότε, τότε γύρω στα τέλη του ‘50. Και μιλάω για την «παράνομη» χορωδία γιατί όλη αυτή η ιστορία διέπετο από ένα ιδιότυπο καθεστώς.
«Νόμιμη» ήταν η χορωδία του σχολείου που έφτιαχνε ο δάσκαλος. Μια ομάδα από επιλεγμένα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, καλής διαγωγής και επιμελημένης εμφάνισης με πλισέ φούστες και καθαρά παντελονάκια, άσπρα σοσόνια και γυαλισμένα παπούτσια, και με ένα μεγάλο κουτί με σχισμή, τυλιγμένο με χαρτί (κόλλα γλασέ) και κολλημένες πάνω του χαλκομανίες με αγγελάκια, που κρατούσε κάποια κοπέλα. Ένα αγόρι κρατούσε έναν τενεκέ λαδιού τυλιγμένον και αυτόν με κόλλα γλασέ και αγγελάκια, για την καταβολή του φιλοδωρήματος σε είδος.
Οι εισπράξεις αυτές προορίζονταν για τις δαπάνες του σχολείου και κυρίως για τα σπασμένα τζάμια από τις πέτρες που με μανία εκτόξευαν εναντίον τους τα άλλα παιδιά, που πολλά εξ αυτών απαρτίζαμε την «παράνομη» και αυστηρά απαγορευμένη από το δάσκλαο, χορωδία.
Παίρναμε και εμείς έναν τενεκέ (χωρίς γλασέ βέβαια) και γυρίζαμε από σπίτι σε σπίτι, ξεκινώντας πάντα πριν από τους νόμιμους ανταγωνιστές μας. Λέγαμε μάλιστα στις νοικοκυρές που ρωτούσαν, ότι εμείς είμαστε τα κάλαντρα του σχολείου και όταν ξαναρωτούσαν που είναι τα κορίτσια τους λέγαμε ότι δεν ήρθαν γιατί κρυώνανε. Δεν τις έπειθαν βέβαια τα λόγια μας ούτε η ετερόκλητη ενδυματολογική μας εμφάνιση με τα μπαλωμένα ρούχα και τα τρύπια παπούτσια.
Ήταν κάποιες τσιγκούνες που μας έδιωχναν, οι περισσότερες όμως, μέρες που ήταν, μας έριχναν λάδι στον τενεκέ και μας φίλευαν κανα κουραμπιέ ή πορτοκάλι. Άλλο που εμείς αρπάζαμε και ό,τι άλλο βρίσκαμε ένα γύρω στην αυλή ή προβαίναμε και σε πιο άγριες πράξεις όπως τότε με τη θειά –Κώσταινα, μια ραχητικιά γριούλα, που με λαβές και κεφαλοκλείδωμα που είχαμε δει στο σινεμά, την ακινητοποιήσαμε την ώρα που μας έριχνε το λάδι στον τενεκέ και μέχρι να στραγγίξει όλο το λαδικό της! Την αφήσαμε, φυσικά, μετά τη γυναίκα και της ευχηθήκαμε «χρόνια πολλά». Ενώ μας ακολούθησε μια βροχή από κατάρες και πέτρες.
Το λάδι το πουλάγαμε στο μαγαζί του Τραχανά, με φόβο βέβαια και προφυλάξεις μην εμφανιστεί μπροστά μας ο δάσκαλος. Τρυπώναμε μετά σε ένα στενό και ακριβοδίκαια μοιραζόμασταν τις εισπράξεις. Οι οποίες μέσα σε χρόνο ρεκόρ μετατρέπονταν σε μπαλόνια και σε γυαλένιες: τους γυάλινους βόλους, δηλαδή, με εκείνα τα καταπληκτικά σχέδια που είχανε μέσα τους και που χαζεύαμε με τις ώρες την αναπήδηση τους πάνω σε κάποια τσιμεντένια επιφάνεια. Αυτό το …τακ….τακ…τακ μας γοήτευε.
Άλλα δώρα εκείνες τις μέρες και κείνα τα χρόνια δεν είχαμε. Κανα γιορτινό ρουχαλάκι ή παπούτσι, συνήθως αυτές τις κοντές γυαλιστερές γαλότσες με το κουμπί στο πλάϊ, όταν μας ψώνιζαν οι δικοί μας τα έπαιρναν από το πανηγύρι της Χώρας τον Οκτώβρη μήνα.
Πρέπει να ομολογήσω όμως το πόσο έντονα ζούσαμε αυτές τις ημέρες και πόσο εντυπωσιαζόμασταν από το θρησκευτικό μέρος του πράγματος, ακόμη και εμείς τα παιδιά της υψηλής παραβατικότητας. Εκστασιαζόμασταν από το γεγονός ότι το παιδάκι του Θεού γεννήθηκε φτωχικά, όπως και εμείς, μέσα σε κάτι σαν αχούρι και το ζέσταιναν με τις ανάσες τους τα άλογα και τα βόδια. Είχαμε μεγάλη εξοικείωση με τα ζωντανά –ακόμη νιώθω στο σβέρκο μου την ανάσα του αλόγου, του Καρά μας, όταν έσκυβε και έτριβε τη μουσούδα του στο κουρεμένο μου κεφάλι- και τα βιώναμε έντονα όλα αυτά.
Και όταν το πρωί των Χριστουγέννων ξυπνάγαμε στις τέσσερις με την καμπάνα για την εκκλησία, παρ’ όλο το αγουροξύπνημα και τα νεύρα μας, ρίχναμε κρυφές ματιές στον έναστρο ουρανό μήπως διακρίνουμε και εμείς το λαμπερό αστέρι!

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ



Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ



Καταδικάστηκε από το Εφετείο Ρεθύμνου, και στη δεύτερη δίκη, ο πρώην υπουργός της ΝΔ Γιάννης Κεφαλογιάννης σε φυλάκιση 5 μηνών με τριετή αναστολή για πρόκληση τέλεσης ψευδορκίας και για απόπειρα υπόθαλψης εγκληματία (του χασισοκαλλιεργητή Βασσάλου συγκεκριμένα). Η ποινή όσο και να φαίνεται επιεικής έχει άκρως συμβολικό χαρακτήρα, γιατί όπως γράφει η Καθημερινή (21.12.2008 σελ.14) είναι η πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία που καταδικάζεται πολιτικός για παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Κάτι που γινόταν και γίνεται κατά συρροή στην ελληνική πραγματικότητα αλλά ουδέποτε μέχρι τώρα μια τέτοια υπόθεση είχε οδηγηθεί στα δικαστήρια.
Τούτο ξεκίνησε από την καταγγελία που έκαναν δύο θαρραλέοι αστυνομικοί οι: Γ. Βρυλλάκης και Ειρ. Χαροκόπος από το αστυνομικό τμήμα Ρεθύμνου, ότι δέχτηκαν πιέσεις από τον εν λόγω πολιτικό προκειμένου να καταθέσουν στον ανακριτή ότι δεν αναγνώρισαν κατηγορούμενο για υπόθεση χασισοφυτείας τον οποίο εκείνοι είχαν συλλάβει. Οι δυο αστυνομικοί επέμειναν μέχρι το τέλος: και στην ανάκριση και στα δυο δικαστήρια στην αρχική τους κατάθεση παρά τις επιπρόσθετες πιέσεις που δέχθηκαν. Και όπως σημειώνει η Καθημερινή: το θάρρος τους εξέπληξε την κοινωνία του Ρεθύμνου όπου ο κ. Κεφαλογιάννης διαθέτει μεγάλη δύναμη.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑ, ΣΑΝ ΝΑ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ!!!!




ΕΛΕΓΕΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομα μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.

Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πυροβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα που μοιάζουνε σαν ομιλία του απειρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.

Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δειχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.

Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.

Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ' το σακάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες.

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον άνθρωπο.



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Σημείωση navarino-s: "πείραξα" μόνο μια λέξη πυροβόλο αντί πολυβόλο

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

«….ας πουμε καμιά αλήθεια κι’ας πέσει στο γυαλο…»


Ένα παιδί στη γειτονιά μας μελαγχόλησε! Μιλάω για το φίλο μας το Newton που μέσα από την τελευταία του ανάρτηση ήρθε να μας ρωτήσει: «γραφτήκανε τόσα πολλά στα blogs ετούτες τις ημέρες, και τελικά τι βγήκε;».
Ναι γραφτήκανε πολλά, «τόνοι μελάνης χύθηκε» θα έλεγα με ένα παλιό κλισέ μα βλέπεις τα διαολοπράματα αυτά που χειριζόμαστε γράφουν χωρίς μελάνι. Το γυάλινο δάκρυ ήτανε καυτό πολύ καυτό και ρέον, με λυρικά κομμάτια ρέκβιεμ για τον Αλέξη. Το ίδιο και το lagarto με το δικό του κείμενο και αν πρόσεχες το μελαγχολικό του μάτι στη φωτογραφία, κάτι σαν βούρκωμα φαινόταν να γυαλίζει. Κείμενο επίσης δυνατό για το αθώο θύμα είχαν και τα monkakia (the monkeys). Μα ήταν και θυμωμένα αυτά, και από κλαδί σε άλλο κλαδί κρεμιόνταν, τα έβρισκα παντού σε όλα τα post που πήγα. Με οργίλα σχόλια εκτενή και σταθερή γραμμή κατά της βαρβαρότητας. Μέχρι και ο Ανορθόδοξος παρά τη μετακόμιση μπήκε στο τέλος στο χορό με μια μεγάλη ατάκα: «δεν είμαι κομμουνιστής, δεν είμαι αναρχικός αλλά δεν είμαι και μαλάκας!». Ακόμη και ο νεαρός Manos εμφανίστηκε μετά από πολύ καιρό, λάβρος φουριόζος ασυγκράτητος. Ο Newton όπως πάντα οργισμένος αλλά και με κάποια ερωτηματικά, μα σταθερά στο τέλος να τα χώνει στους κυβερνώντες τους τωρινούς και να μην ξεχνά ποτέ τους τέως. Ο Tyler Durden ήταν πανταχού παρών! Εγκατέλειψε την κινηματογραφική του αίθουσα και αλώνιζε τα blogs, έγραφε σχόλια και ξανάγραφε με αυτή τη μοναδική ευχέρεια που έχει να κάνει κατανοητή την άποψη του. Να μην πλατειάζει να φέρνει παραδείγματα να πείθει! Έβρισκε post ενδιαφέροντα μέσα στον blogωκεανό και μας ενημέρωνε για να τα δούμε. Και η cynical η κορυφαία της παρέας, με το μεγάλο της κοινό. Έχει αυτή η μπαγάσω, ρε παιδιά, έναν τρόπο! Και δεν μιλάω για τα πολύ καλά ελληνικά, την επιστημονική πληρότητα και την ευρυμάθεια της. Βάζει γλυκά τα θέματα σαν να ρωτάει παρ’ ότι στο τέλος μπαίνει απαλά και η βεβαιότητα. Τραβάει έτσι τον αναγνώστη να μπει να σχολιάσει. Και εκεί στα σχόλια είναι χαλκέντερη! Μια καταπληκτική οικοδέσποινα. Σέβεται όλους τους επισκέπτες της. Ακόμη και αυτούς που ασχημονούν μέσα σε ξένο σπίτι. Όπως εγώ που άνοιξα καυγά με την katerina στην ανάρτηση του «πλιάτσικου». Και μπήκε πυροσβεστικά και μας ηρέμησε.
Γραφτήκανε πολλά και εν θερμώ. Εκφράστηκαν απόψεις, διαφωτίστηκαν πτυχές και έγινε πολιτισμένος διάλογος μέσα στην αγριότητα και θα καρπίσει ακόμα. Διάλογος για πράγματα καινούργια. Πρωτοφανέρωτα. Αυθόρμητες κινητοποιήσεις της νεολαίας χωρίς καθοδήγηση. Ο κόσμος πιο μπροστά από τις ηγεσίες. Ο κόσμος που στα θέματα της μισθωτής εργασίας είναι χειρότερα σήμερα από ό,τι ήταν πριν 20 χρόνια. Χειρότερα από ό,τι πριν 50 και 100.
Μετά την κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού στο τέλος της δεκαετίας του ’80 ένας άλλος κόσμος αναδύθηκε. Κυριάρχησε ο νεοφιλευθερισμός και η αποθέωση της οικονομίας της αγοράς. Το να υποστηρίξει κάποιος το δημόσιο χαρακτήρα μερικών υπηρεσιών εθεωρείτο οπισθοδρόμηση. Ένας παγκόσμιος και αδίστακτος χωρίς πατρίδα καπιταλισμός, μέσα σε λιγώτερο από είκοσι χρόνια με την πρόθυμη συνεργασία νεοφιλελέυθερων αλλά και σασιαλδημοκρατικών κυβερνήεων (πασόκ για τα καθ’ ημάς και μάλιστα με πρώην συνδικαλιστές στα αρμόδια υπουργεία που πέρναγαν οι νόμοι) αφαίρεσε από τους εργαζομένους όλα όσα είχαν κερδηθεί από τις μεγάλες απεργίες της Αμερικής του 1880 και δωθε με πολλόυς αγώνες και ποτάμια αίματος. Καταργήθηκε το οκτάωρο και οι υπερωρίρες. Με την απειλή και τον κίνδυνο της απόλυσης βάζουν τους υπαλλήλους να δουλεύουν 12ωρα και 15ωρα με 700 ευρώ το μήνα. Μπήκαν στη μέση και οι τράπεζες με τα δάνεια και έπιασαν τους ανθρώπους από το λαιμό, τους ξεζούμισαν στην κυριολεξία! Σκάβοντας και τα δικά τους έτσι θεμέλια γιατί με τη μεγάλη αφαίρεση αγοραστικής δύναμης από τον κόσμο θα ερχόταν το …μπαμ στην κατανάλωση και τα δάνεια. Πράγμα που εδώ και ένα χρόνο με μαθηματική ακρίβεια προέβλεπαν οι κλασσικοί φιλελεύθεροι –όχι μαρξιστές-οικονομολόγοι της παλιάς σχολής. Μόνο με το προ της γαλλικής επανάστασης του 1789 καθεστώς της φεουδαρχίας μπορεί να συγκριθεί από άποψη δικαιωμάτων ο σημερινός εργαζόμενος. Το καθεστώς που φούσκωσε από οργή τα ανθρώπινα ποτάμια που συμπαρέσυραν μοναρχίες και φέουδα βαστίλες και βερσαλίες. Είχαν όμως ένα συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι μας οι άνθρωποι αυτοί: δεν είχαν τηλεόραση!
Αυτόν τον μόνιμο χαφιέ όλων των εκδηλώσεων. Αυτόν τον προβοκάτορα που θέλγεται από τον καπνό και τη φωτιά και θάβει όλα τα άλλα. (Από την μεγαλειώδη πορεία του 4ου ευρωπαίκού κοινωνικού φόρουμ που έγινε στην αθήνα το μάη του 2006 οι κάμερες έδειχναν με επιμονή μόνο το φλεγόμενο περιπολικό σε ένα στενό της αλεξάνδρας). Αυξάνουν, βλέπεις, αυτά την τηλεθέαση γιατί φοβίζουνε τον κόσμο. Αλλά και το σύστημα δεν νοιάζεται για όλα αυτά τα ειρηνικά μπορεί και τα ενσωματώνει. Αν για το φόνο του Αλέξη π.χ. –και όπως πήγε να γίνει την κυριακή και τη δευτέρα το πρωί- προχωρούσε η εκδοχή imagine: πορείες με λουλούδια, δηλαδή, και μουσική υπόκρουση το ομώνυμο τραγούδι του τζον λέννον (είχαν την καλοσύνη τα monkakia να μας τον θυμίσουνε τις προάλλες) θα βλέπαμε σημεία και τέρατα. Τη Vodafone και την Wind να καταθέτουνε στεφάνια. Το mall να βάζει κάπου μια φωτογραφία του παληκαριού. Τη eurobank και τη marfin να ανοίγουνε λογαριασμούς για τα φτωχά παιδιά. Αντιπροσωπεία του συνδικαλιστικού οργάνου των μπάτσων με μαύρα περιβραχιόνια (..ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά..) και όλα καλά και όλα ωραία. Τα πράγματα όμως, ευτυχώς, πήρανε άλλο δρόμο!
Και εδώ την πάτησε και η tv! Νόμιζε ότι ήτανε μία από τα ίδια: μικρές ομάδες κρυφτούλι και μολότωφ. Λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο. Και ξενοδόχος ήτανε το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος από τη μια μεριά και το διαφορετικό τηλεοπτικό κοινό από την άλλη. Ένα κοινό αγριεμένο από τα τελευταία γεγονότα του τριμήνου, ελληνικά και διεθνή, που έλεγε –άκουσον! άκουσον!- «φωτιά σ’ όλες τις τράπεζες!». Γράφτηκε μάλιστα και σε πολλές εφημερίδες. Και έτσι απέμειναν για τους χατζηπρετεντέρηδες οι μικρομαγαζάτορες! Και κουβεντιάζαμε και εμείς αυτά, αυτές τις παράπλευρες απώλειες που όπως πολύ σωστά το έβαλε ο tyler durden με ένα παράδειγμα σε ένα σχόλιο σε post του manos: «όταν εξεγερθεί στο τσίρκο ο ελέφαντας και ποδοπατήσει το θηριοδαμαστή του που τον βασανίζει, μπορεί στη συνέχεια να ποδοπατήσει και κανα δυο θεατές από την πρώτη σειρά των καθισμάτων. Αυτές είναι οι παράπλευρες απώλειες που δεν είναι και αμιγώς αθώες αφού πληρώνουν εισιτήριο να βλέπουν τα βάσανα του ζώου». Όπως και οι μικρομαγαζάτορες δεν είναι και αθώες περιστερές αφού απασχολούν τις πωλήτριες 9 με 9 χωρίς να τους πληρώνουν υπερωρίες. Άσε που μόλις εξαγγέλθηκαν οι αποζημιώσεις, όσοι δεν έπαθαν ζημιές λένε: γαμώ την ατυχία μου.
Και όταν ολοκληρώθηκε η καταγραφή ανακοινώθηκε το ύψος των ζημιών: 50 εκατομ. Ευρώ, όσα περίπου εισπράτουν ετησίως γνωστοί «αστέρες» της tv. Και αν βγάλουμε και τα 40 που τουλάχιστον αντιστοιχούν σε τράπεζες και άλλα 5 για τα καταστήματα κινητής μαλακίας, μένουν γύρω στα 5 εκατομμύρια για όλα τα άλλα. Και εμείς αναλωθήκαμε σ’ αυτά και περάσαμε στο ντούκου το συγκλονισμό όλου του κόσμου από τα γεγονότα. "Η Ελλάδα έδειξε το δρόμο» έγραψαν πολλές εφημερίδες. Περάσαμε στο ντούκου και τη μεγαλειώδη και συμβολική εικαστική παρέμβαση με το φόκο στο δέντρο του κακλαμάνη. Αυτή την μπούρδα του καταναλωτισμού των «άγιων» ημερών με την πολλή μελαγχολία. Άμα ρωτήσεις τους μεγάλους αθηναίους τι είναι τα χριστούγεννα: «σύνταγμα και ερμού», θα σου απαντήσουν. Οι δε μικροί: «τα jambo»!

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ΓΙΑΤΙ ΦΩΤΙΕΣ ΣΠΑΣΙΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ;


Πριν από καμιά 10αριά χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αν θυμάμαι καλά, ζούσαμε κάτι ανάλογο με τα σημερινά. Είχαν γίνει εκτεταμένες καταστροφές στα πέριξ του Πολυτεχνείου και μετά κατάληψη του και φωτιές. Τα κανάλια ωρύονταν και καλούσαν την αστυνομία να επέμβει και να συλλάβει τους 50-80 «γνωστούς άγνωστους», όπως ισχυρίζονταν, κουκουλοφόρους ταραξίες. Η αστυνομία επενέβη αλλά ο αριθμός των συλληφθέντων καταληψιών έφτασε στο απίστευτο νούμερο των 570 ανθρώπων. Τα κανάλια την έκαναν «γαργάρα».
Πριν από 20 μέρες στην πορεία του Πολυτεχνείου, κάποιες εφημερίδες έγραψαν στα ψιλά ότι το μπλόκ των αντεξουσιαστών –παλιά τους λέγαμε αναρχικούς- ξεπερνούσε τα 3.000 άτομα και ότι ήτανε ίσως μεγαλύτερο από αυτό της ΚΝΕ. Πάλι οι Χατζηπρετεντέρηδες το πέρασαν στο ντούκου. Ακόμη και χθές το βράδυ που είναι σίγουρο ότι η εν ψυχρώ δολοφονία του νεαρού Αλέξανδρου πολλαπλασίασε τον όγκο αυτών των παιδιών, οι κουφαλίτσες της τηλεόρασης συνέχιζαν να πιπιλίζουν την ίδια καραμέλα των ελάχιστων «γνωστών αγνώστων». Γιατί αυτό ανεβάζει κατά πολύ την τηλεθέαση αφού εξαγριώνει τους ανθρώπους που την παρακολουθούν. Είναι βασικές αρχές των μίντια αυτές.
Ο στρουθοκαμηλισμός έτσι συνεχίζεται και κανείς δεν θέλει να δει την αλήθεια κατάφατσα. Οι καλεσμένοι των κομμάτων στα παράθυρα και στα τραπέζια που αποδέχονται μεγαλύτερα νούμερα για τους «κουκουλοφόρους», περνάνε τα πράγματα μέσα από τα δικά τους φίλτρα και λογικές, δίνοντας αντικυβερνητικό χαρακτήρα και άλλα συμβατικά κίνητρα –γενιά των 700 ευρώ, βατοπαίδι κ.ά.- στους νεαρούς ταραξίες.
Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Αυτές είναι εφήμερες προσεγγίσεις. Ο αναρχισμός ασχέτως της ουτοπικότητας η μη των οραμάτων του, ασχέτως του φόβου που μπορεί να προκαλεί με την ατελέσφορη δράση του στα πλατιά στρώματα της κοινωνίας, είναι μια ιδεολογία και στάση ζωής με ιστορικό βάθος μεγαλύτερο από αυτό του μαρξισμού. Μια συνολική και ριζική αμφισβήτηση όλου του πλέγματος της εξουσίας και της κοινωνικής δομής. Πριν από 15 χρόνια στη Γενεύη της Ελβετίας μιας χώρας ευημερούσας, στα καλά καθούμενα με τα δικά μας κριτήρια, ομάδες αντεξουσιαστών, μέσα σε μια νύχτα, έκαναν λίμπα όλα τα ακριβά καταστήματα της πόλης.
Στη σημερινή συγκυρία η αιχμή της αμφισβήτησης που προανέφερα, στοχεύει στην καταναλωτική κοινωνία. Αυτό που εμείς οι πολλοί διαρκώς καταγγέλουμε αλλά είμαστε μέχρι τα μπούνια μέσα σε αυτό. Κυλιόμαστε κάθε μέρα μέσα στα σκατά της τηλεόρασης, στα ριάλιτυ στα πρωϊνάδικα και τις μεσημερούδες, στις άθλιες τηλεοπτικές σειρές και αργά πολύ αργά στα στρογγυλά τραπέζια της μαλακίας. Στέλνουμε τα κορίτσια μας ξεβράκωτα να κάνουνε καριέρα στο show-biz και τα παιδιά μας από το δημοτικό να διακριθούν στη eurovision-juniors, την ίδια ώρα που υποκριτικά κάνουμε το σταυρό μας στην εκκλησία. Συνωθούμαστε στα εμπορικά κέντρα και αγοράζουμε φίρμες ενώ πολλά λύκεια της περιφέρειας οργανώνουν εκδρομές στο mall της Αθήνας.
Είναι τόσο παράδοξο και ακατανόητο λοιπόν, κάποιοι νεαροί συμπολίτες μας που δεν βολεύονται μέσα στα κόμματα και τη χρεοκοπημένη πολιτική συγκυρία να θέλουν να αντιδράσουν με βία σε όλα αυτά που μας περιβάλλουν; Να θέλουν να αλλάξουν πιο γρήγορα την κοινωνία; Ξέρουν ότι παρανομούν οι δρόμοι είναι γεμάτοι με κάμερες γι’ αυτό και φοράνε κουκούλες. Πέστε ότι κάνουνε λάθος. Χαβαλέ μέσα στα δακρυγόνα όμως δεν κάνουν.
Χτυπούν συστηματικά τις τράπεζες την καρδιά της καταναλωτικής κοινωνίας, τις τράπεζες που με τη ληστρική τους πολιτική, όπως αποδείχθηκε τώρα με την κρίση, έκαναν πολύ χειρότερα πράγματα στους ανθρώπους από όσα οι πέτρες και οι μολότωφ των νεαρών αντεξουσιαστών.
Πιστεύω και εγώ ότι οι ενέργειες τους είναι κινήσεις απελπισίας, ο κόσμος φοβάται μαζεύεται και συντηρητικοποιείται. Έχουν αντίθετα αποτελέσματα, ίσως, από αυτά που επιδιώκουν. Θέλουν όμως άλλη προσέγγιση αυτά τα παιδιά και όχι την απαξίωση και την ύβρη.
Σημείωση: μια σφαιρική μελέτη του φαινομένου της αναρχίας από καταβολής της μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του καθηγητή ιστορίας της Οξφόρδης, Τζαίημς Τζολ: "Αναρχικοί" εκδόσεις Επίκουρος.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Κάφκα: μιά μικρή ιστορία σαν ...παραμύθι!


Βιογραφικά Στοιχεία: Φραντς Κάφκα (1883-1924) γερμανόφωνος συγγραφέας που έζησε στην Πράγα. Αν και έζησε μόνο 41 χρόνια, εκ των οποίων τα τελευταία 8 τα πέρασε νοσηλευόμενος από σανατόριο σε σανατόριο, δημιούργησε με το έργο του μια μεγάλη τομή στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ένα σύμπαν καινοφανές μέχρι τότε και απλησίαστο από τους μετέπειτα πολλούς μιμητές του. Ακόμη και όσοι δεν έχουν διαβάσει Κάφκα θα έχουν ακούσει πολλές φορές να γίνεται λόγος για «καφκική ατμόσφαιρα», «καφκικό περιβάλλον» και άλλα παρόμοια. Εύθραυστος ευάλωτος και ανασφαλής φύλαγε στο συρτάρι τα γραφτά του και όρκισε μάλιστα τον πιστό του φίλο Μαξ Μπρόντ να κάψει όλα του τα κείμενα μετά το θάνατο του. Ο φίλος πάτησε τον όρκο και τα εξέδωσε χαρίζοντας στην ανθρωπότητα μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές της. Τα έργα του με την, κατ’ εκτίμηση μου, δέουσα σειρά προσέγγισης τους από καινούργιους αναγνώστες είναι: Η νουβέλα «Η Μεταμόρφωση», τα μυθιστορήματα «Η Δίκη», «Ο Πύργος», «Αμερική», κάποια διηγήματα, το «Ημερολόγιο» του και τα γράμματα του στη Μίλενα και τον πατέρα. Τη μικρή ιστορία από τη ζωή του που παραθέτω την αφηγήθηκε μετά το θάνατο του, η τότε αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε Μπάουερ.

Ευρισκόμενος ο Κάφκα στο Βερολίνο για ολιγοήμερες διακοπές μαζί με την αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε Μπάουερ συνάντησαν στο πάρκο δίπλα από το ξενοδοχείο τους ένα κοριτσάκι που έκλαιγε γοερά. Το ρώτησε γιατί κλαίει και η μικρή μέσα από αναφιλητά απάντησε πως έχασε την κούκλα της. «Την αγαπούσες;» την ξαναρώτησε. «Πάρα πολύ» απάντησε το κορίτσι. «Τότε να μη στενοχωριέσαι» της είπε «όπου και αν έχει πάει δεν θα σε ξεχάσει και σίγουρα θα σου στείλει κάποιο γράμμα της». Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει και έτρεξε προς τις κούνιες.
Την άλλη μέρα και την ίδια ώρα εμφανίστηκαν πάλι στο πάρκο. Τους είδε η μικρή και ο Κάφκα έβγαλε από την τσέπη του και της κούνησε ένα γράμμα. Έτρεξε κοντά τους με αγωνία και άρχισε να της διαβάζει τα νέα από την κούκλα της. Η οποία της ζητούσε συγγνώμη για τη λύπη που της προκάλεσε και τη διαβεβαίωνε ότι ο μόνος λόγος που την έκανε να φύγει ήτανε η επιθυμία της να γνωρίσει και κάποιον άλλο τόπο. Της υποσχόταν επίσης ότι θα της γράφει κάθε μέρα.
Ξεκίνησε έτσι σε καθημερινή βάση η ανάγνωση της επιστολής, την οποία με πάθος προετοίμαζε ο Κάφκα από το ξενοδοχείο. Με εκπληκτικές περιγραφές του τόπου στον οποίο βρισκόταν η κούκλα. Των ανθρώπων των ζώων και των πουλιών. Διάφορα περιστατικά που της συνέβαιναν. Και λοιπά και λοιπά.
Πανευτυχής η μικρή απολάμβανε τις περιγραφές και κάθε μέρα περίμενε το καινούργιο γράμμα της κούκλας με αγωνία.
Κάποια στιγμή ο Κάφκα αντιλήφθηκε ότι τελείωναν οι μέρες και έπρεπε να φύγει. Τότε έβαλε στην επιστολή μια μεγάλη είδηση από την κούκλα: ότι είχε γνωρίσει ένα πολύ ωραίο αγόρι με πανέμορφα μάτια με τον οποίο αποφάσισαν να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Πράγμα που έκανε τη μικρή λίγο να μαραθεί και να φύγει σκεφτική προς τις κούνιες.
Την άλλη μέρα το κορίτσι δεν κατέβηκε καθόλου από την κούνια. Δεν είχε καμία διάθεση να ακούσει την καινούργια επιστολή. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η κούκλα θα έφτιαχνε τη δική της, πλέον, ζωή.
Και ο παθιασμένος συντάκτης των επιστολών ήτανε πλέον ελεύθερος να γυρίσει στη δική του πατρίδα.

Δημήτρης Κουκουλάς
Νοέμβρης 2008

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ.....!!!!!!!




" Άλλη μου 'δειξες, άλλη μου μπηξες!"

Περιδιαβαίνοντας χθές τη Λαϊκή, άκουσα από γνωστό μου μανάβη -σαν ειρωνική παρατήρηση στη δήλωση μου ότι κρυώνω και ότι τάχα με ήξερε για πιο σκληρό- τη φοβερή και πρωτάκουστη, για μένα, παροιμία: Άλλη μου' δειξες, άλλη μου' μπηξες.
Προσπαθώντας δε αργότερα να εμβαθύνω στο νόημα της και στο πως μπορεί να προέκυψε η ρήση αυτή, βρέθηκα να βαδίζω μέσα σε μονοπάτια μπερδεμένα και σε ατραπούς του νου αξεδιάλυτες.
Γιατί, ναι μεν, είναι εμφανής η σεξουαλική προέλευση και φύση της παροιμίας και σίγουρα εκφράζει κάποιο παράπονο και έκπληξη ίσως, αλλά από εκεί και πέρα τα πράγματα μπλέκουν δραματικά. Ένα πραγματικό θρίλερ -για να χρησιμοποιήσω την τηλεοπτική έκφραση του συρμού- αρχίζει να ξετυλίγεται.
Το παράπονο αυτό σίγουρα υποδηλώνει δυσαρέσκεια για τη διαφορά μεταξύ επιδειχθέντος και εμπηχθέντος αλλά η διαφορά, όμως, αυτή δεν είναι καθόλου δεδομένη και σταθερή καθότι έχει να κάνει με τη μεταβλητή σχέση: (επιδειχθέν μεγαλύτερο από εμπηχθέν) ή (επιδειχθέν μικρότερο από το εμπηχθέν). Λεπτομέρειες πολύ σημαντικές για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, καθ' ότι στην πρώτη περίπτωση γίνεται εμφανές ότι παραπονούμενη πρέπει να είναι μια ώριμη γυναίκα με υποβόσκον το στοιχείο του ανικανοποίητου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε μάλλον να κάνουμε με νεαρή και άπειρη κορασίδα με υποβόσκον το στοιχείο του πόνου.
Τα πράγματα όμως εκτροχιάζονται τελείως και η αρχική εικόνα ανατρέπεται εντελώς αν στη δεύτερη σχέση -επιδειχθέν μικρότερο από εμπηχθέν- εισάγουμε την πιθανότερη ως εκδοχή υπόθεση εργασίας: ότι μπορεί τα λόγια αυτά να εκφωνήθηκαν από άνδρα!
Πράγμα διόλου απίθανο για το εντόνως κωλομπαρίζον σεξουλικό παρελθόν της πατρίδος μας. Όταν οι νταβραντισμένοι νεαροί της υπαίθρου, φλεγόμενοι από το άγριο ερωτικό πάθος που την εποχή της ανοίξεως μέσα στην περιρρέουσα ερωτική πανδαισία πανίδος τε και χλωρίδος και με απροσπέλαστα μπροστά τους τα ποικίλα εμπόδια για προσέγγιση του αιδοίου λάμβανε διαστάσεις τέτοιου παροξυσμού που έκαναν πράγματα της απελπισίας απονενοημένα και επώδυνα. Σχημάτιζαν κλειστές παρέες υψηλής συνωμοτικότητας και κάτω από χίλιες προφυλάξεις μέσα σε λόγγους ρουμάνια και απόμερα ξέφωτα, προέβαιναν σε πράξεις λαγνουργίας με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο πρωκτών και μορίων. Τις αλήστου μνήμης «αλλαξοκωλιές»!
Απότοκος μάλιστα των οποίων είναι και ο ευρέως χρησιμοποιούμενος σήμερα όρος "αλλαξοκώλια". Όρος με μεταφορική σημασία για την αλληλοϋποστήριξη των κλειστών κυκλωμάτων της στενής και ευρύτερης εξουσίας. Των μίντια του θεάματος και της δημοσιογραφίας. Αλληλοϋποστήριξη που βοηθάει να ανεβαίνουν οι ατάλαντοι. Να περνιούνται οι φελλοί για σπουδαίοι. Τα σκατά για πολιτισμός. Και να καταργούνται οι νόμοι. Να κυκλοφορούνε ελεύθεροι, δηλαδή, οι επώνυμοι της παρανομίας: γνωστά γουρούνια της τηλεόρασης και της μεγαλοδικηγορίας. Και μιλάμε για απάτες εκατομμυρίων ευρώ. Την ίδια ώρα που στα κελιά στοιβάζονται απάνθρωπα οι μικροκλέφτες του κατοστάρικου. Και τα χαμένα πρεζόνια, τα ευάλωτα και ευαίσθητα θύματα της ως άνω παλιανθρωπίας.
Και να είναι ο καϋμός σου διπλός όταν σκέφτεσαι ότι τα γουρούνια αυτά της ξεφτίλας, τα τιμούν με λεφτά δόξα και τηλεθέαση οι ευυπόληπτοι συμπολίτες μας. Άνθρωποι καθώς πρέπει και γονείς που μεγαλώνουν παιδιά!


Υ.Γ. Νοιώθω την υποχρέωση να ζητήσω συγγνώμη από τα κακόμοιρα τα γουρουνάκια, τα αθώα αυτά πλάσματα τα οποία και συμπαθώ, που χάριν λεκτικής έμφασης τα υπέβαλα σε ταλαιπωρία.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

TO "HAPPY END" ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΚΑΘΟΛΟΥ....HAPPY


Όλος ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, είτε δράμα ήτανε το έργο είτε κωμωδία, είχε στο τέλος Happy End. Ευτυχισμένο γάμο δηλαδή. Άλλες φορές τελείωνε στους αρραβώνες και στα λογοδοσίματα και άλλες φορές έφτανε και στο μυστήριο: χαρούμενη μουσική γραβάτες νυφικά κουφέτα.. Η φτωχή κοπέλα είχε αποκατασταθεί με τον πλούσιο άντρα και το φτωχόπαιδο είχε βρει την πλουσιοκόρη. Και όταν δε υπήρχε ο παράς περίσσευε η αγάπη και η καλή καρδιά. Έπεφτε η λέξη ΤΕΛΟΣ στην οθόνη και οι θεατές πέφταν μετά στα μαξιλάρια τους γεμάτοι όνειρα και ελπίδες. Οι μοδιστρούλες και οι εργάτριες της εποχής, οι δακτυλογράφοι και οι νεαροί οικοδόμοι, οι οδηγοί και οι μαραγκοί, οι αγροτοπούλες κι' οι νεαροί αγρότες, βούλιαζαν σιγά-σιγά στην αγκαλιά του πιο γλυκού Μορφέα.
Κατά βάθος βέβαια οι άνθρωποι γνώριζαν πολύ καλά το απίθανο του πράγματος και τη μυθοπλασία. Ήθελαν όμως να βαυκαλιστούν, ένα φανταστικό παράθυρο να ανοίξουν. Να δραπετεύσουν για λίγο απ’ αυτό που βίωναν κάθε μέρα. Να αφεθούν στο παραμύθι. Να ταυτιστούν με τα ευτυχισμένα πρόσωπα που βλέπαν στο πανί: Τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, τη Βούρτση και τον Ξανθόπουλο, τη Βασιλάκου και το Μυλωνά, την Ιασωνίδου και το Λειβαδίτη με όλα αυτά τα διάσημα ζευγάρια της οθόνης. Ουρές στις κινηματογραφικές αίθουσες όλης της χώρας, συνωστισμός στα καφενεία των χωριών που παίζαν οι πλανόδιοι. Και πάντα μα πάντα στο τέλος Happy End ακόμη και με νύφη τη Βασιλειάδου.
Το πρώτο, μάλιστα, απ’ τα ζευγάρια αυτά που προανέφερα έμελε να γίνει και ζευγάρι στη ζωή, τινάζοντας στα ύψη το φαντασιακό των θαυμαστών τους. Η ιδανική και ονειρεμένη οικογένεια. Απανωτά εξώφυλλα με την Αλίκη και το Δημήτρη. Ρομάντσο Θησαυρός Φαντάζιο συνέχιζαν με ρεπορτάζ την ευτυχία της οθόνης. Ήρθε και το παιδί μετά. Μόνο σιγά-σιγά που κάτι χάλαγε και αρχίσανε τα ρεπορτάζ με τους καυγάδες. Δίπλα οι θαυμαστές μεγάλωναν και αυτοί, ο καθένας στο δικό του λούκι, στις συμπληγάδες της ζωής και στη φθορά του χρόνου.
Το όνειρο και ο θαυμασμός για τα ινδάλματα έδινε σιγά-σιγά τη θέση του στην περιέργεια και το κουτσομπολιό. Το ενδιαφέρον του κόσμου παρέμενε ακόμη υψηλό για το τι θα γίνει παρακάτω. Μα όχι πλέον στο πανί με τη γνωστή κατάληξη, αλλά σε αυτό το άγριο και απρόβεπτο έργο της ζωής που είχαν εμπλακεί και τα ινδαλματά τους. Αυτό το έργο που είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και όλα μπορούν να γίνουν. Και γίναν τα χειρότερα. Το πρότυπο της οικογενειακής ευτυχίας διελύθη!
Αυτό που κρύβαν με το τέλος τους τα έργα εκείνα του σινεμά, αυτό δηλαδή που ζούσαν στη ζωή πολλοί από τους θεατές τους, έμελε να το παίξουν στη ζωή και οι ίδιοι οι ήρωες τους. Σε μια εκδοχή όμως τόσο σκληρή που μας τρομάζει όλους. Μέχρι αποκλήρωση παιδιού από τον πατέρα έκρυβε ο επίλογος μετά το θάνατο των ινδαλμάτων. Σπάνιο πράγμα για τα καθ’ ημάς.
Και όλα αυτά φόρα παρτίδα απ’ τη μικρή, πλέον, οθόνη. Που αν και μικρή πολύ θαυματουργή γιατί τα αλέθει όλα. Και έμεινε τώρα ένα παιδί που περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι και όλο και κάτι διεκδικεί. Κάτι που του έλειψε και ψάχνει να το βρει μπροστά στις αδηφάγες κάμερες. Μπαίνει στα σπίτια μας σαν να εκλιπαρεί λίγη αγάπη. Ένα μετέωρο παιδί που είναι άντρας πλέον, μα είχε την ατυχία να είναι το πραγματικό παιδί του πιο ευτυχισμένου ζευγαριού της ελληνικής οθόνης!

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Χριστός και Απόστολος!!!!!!!!!!




Το ότι ο εικονιζόμενος είναι ηλίθιος το είχαμε καταλάβει όλοι. Ακόμη και αυτοί που τον ψήφισαν. Η ηλιθιότητα όμως, όπως και πολλά άλλα πράγματα στη ζωή, έχει τις διαβαθμίσεις της. Και με το συγχαρητήριο τηλεφώνημα που έκανε σήμερα ο τύπος αυτός στον Ομπάμα, νομίζω ότι χτυπάει limitup στην εν λόγω κατάταξη: "Αρχίζει το πιο ωραίο ταξίδι της ζωής σου. Ξεκίνα το και απόλαυσε το!" του είπε. Για ...όνομα !!! που λέει και ο Λαζόπουλος. Ο τύπος το λέει ξεκάθαρα: για 8 χρόνια απολάμβανε. Που τον φύλαγαν οι φουσκωτοί! που του άνοιγαν τις πόρτες να περάσει! που του στρώνανε χαλιά! που ταξίδευε τσάμπα με τα αεροπλάνα! που έτρωγε σε πολυτελή γεύματα! που τον πολιορκούσαν οι κάμερες! που.... που....που....πουθενά η αίσθηση κάποιας ευθύνης!
Σε αυτόν ταιριάζει, τελικά, το σύνθημα που είχαν γράψει στα γκρίγκλις έξω από μια ελληνορθόξη εκκλησία της Αμερικής: "vote the mavro because the other is malakas" και όχι στον κακομοίρη τον Μακέϊν που έδειξε και μια αξιοπρέπεια.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ.....και στα αστεράκια των κριτικών!!!!!


Η ταινία του Λοράν Καντέ «Ανάμεσα στους τοίχους» που τιμήθηκε με το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών 2008, παίζεται αυτές τι μέρες στους κινηματογράφους της Αθήνας. Παίζεται μάλιστα σε δύο μόνο αίθουσες και ο συνωστισμός που παρατηρείται είναι ανάλογος με αυτό που γινόταν πριν 2 χρόνια με την ταινία «Οι ζωές των άλλων». Και τούτο γιατί συνοδεύεται από ύμνους και διθυράμβους της εγχώριας κριτικής. Αστέρια επί αστεριών παρελαύνουν στις σχετικές σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Στο....τσακ κρατιούνται μερικοί για να μη βάλουνε τα 5* και βάζουνε τα 4,5 *. Εμένα όμως η ταινία δεν μου άρεσε!
Έχει να κάνει με τους μαθητές μιας τάξης, ενός πολυφυλετικού σχολείου κάποιας εργατικής συνοικίας του Παρισιού και το φιλόλογο καθηγητή τους, όπου μέσα από κουλτούρες και συμπεριφορές, δημιουργούνται διάφορες εντάσεις, προστριβές και συγκρούσεις.
Κινηματογραφικά ο Καντέ δεν μας δείχνει και κάτι το ιδιαίτερο. Συνεχή κοντινά πλάνα, η κάμερα χαμηλά και εντελώς γραμμική αφήγηση. Μας δείχνει όμως με πολλές λεπτομέρειες τη μέθοδο διδασκαλίας του μαθήματος και τους τρόπους προσέγγισης των μαθητών από τον καθηγητή τους. Οπότε και όλο το ενδιαφέρον και η συζήτηση για το έργο επικεντρώνονται πάνω σε αυτούς τους τρόπους και τις μεθόδους. Και εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχονται οι προσωπικές εκτιμήσεις και απόψεις πάνω στα θέματα του σχολείου.
Εγώ εκπαιδευτικός δεν είμαι. Έτυχε όμως να διαβάσω την περασμένη άνοιξη το πολυδιαβασμένο βιβλίο της Νατάσας Πολονύ: Τα χαμένα παιδιά μας και έπαθα σοκ. Η Πολονύ είναι μια τριαντάχρονη Γαλλίδα καθηγήτρια που δίδαξε για 2 χρόνια σε ένα σχολείο, ακριβώς σαν αυτό που δείχνει η ταινία. Κάποια στιγμή δεν άντεξε, τα βρόντηξε υπέβαλε την παραίτηση της και κάθισε και έγραψε αυτό το βιβλίο-καταγγελία μέσα από τις σελίδες του οποίου καταγγέλλει όλο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, αυτό που λίγο ως πολύ υπερασπίζεται η ταινία, ξεκινώντας μάλιστα με τη φράση: «Είμαι αντιδραστική». Γιατί ήξερε εκ των προτέρων την εύκολη ετικέτα που θα της κόλλαγαν.
Υποστηρίζει με λίγα λόγια ότι το τέλμα μέσα στο οποίο βρίσκεται σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας της, οφείλεται εν πολλοίς στην κυρίαρχη άποψη των τελευταίων 40 χρόνων ότι: κέντρο του σχολείου είναι ο μαθητής. Μια άποψη που όπως λέει φτάνει σε ακρότητες του τύπου: ότι και ο καθηγητής διδάσκεται από το μαθητή. Λέγοντας χαρακτηριστικά: τι να μάθεις από τα σημερινά παιδιά που οι γνώσεις τους, επί το πλείστον, εξαντλούνται στα ριάλιτυ της τηλεόρασης;
Και υπερασπίζεται με σθένος την άποψη της ότι: κέντρο του σχολείου είναι η μάθηση. Ο καθηγητής διδάσκει και ο μαθητής μαθαίνει. Και για το πόσο έχει διασαλευτεί σήμερα αυτό το πράγμα, καταγράφει επώνυμες μαρτυρίες από διάφορα ντοκιμαντέρ της γαλλικής τηλεόρασης όπου όχι καθηγητές αλλά παραδοσιακοί τεχνίτες: κεραμοποιοί, ξυλουργοί, κοσμηματοποιοί, υδραυλικοί, αγγειοπλάστες κ.ά. μιλάνε έκπληκτοι για το πόσο αδιάφορα να μάθουν, είναι τα παιδιά που μετά το γυμνάσιο πάνε κοντά τους για να γίνουν τεχνίτες. "Δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα" λένε "βαριούνται, δεν σέβονται την ηλικία μας, κάθονται 5-10 μέρες και μετά φεύγουν". Τραβώντας για τον παρασιτισμό και την παραβατικότητα.
Αν δεν είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο μπορεί να μου άρεσε και μένα η ταινία, έτσι δημοκρατικά που πιάνει τα θέματα. Δεν ξέρω πως την είδαν οι εκπαιδευτικοί. Το σίγουρο πάντως είναι ότι όλοι τους ψυχικά θα βγήκαν ευχαριστημένοι και τι καλά θα λέγαν από μέσα τους που είμαστε εδώ, εδώ που ακόμα τα παιδιά των ξένων εργατών, έρχονται στο σχολείο για να μάθουν γράμματα.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

χαμηλές φωνές ...ξεχασμένες!






ΠΙΕ ΣΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΤΑΒΕΡΝΑ



Πιέ στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,

σε μι' άκρη, τώρα που άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια,

πιέ το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,

μ' ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.



Πιέ το. Η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει

που αν έρθει η Μοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,

καημοί καινούργιοι αν έρθουνε να πεις να πιουν κι εκείνοι,

κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.


Λάμπρος Πορφύρας.


Μελαγχολίας συνέχεια. Σήμερα θέλω να μιλήσω για έναν σχεδόν ξεχασμένο ποιητή: το Λάμπρο Πορφύρα. Το πραγματκό του όνομα ήταν Δημήτρης Σύψωμος και γεννήθηκε στη Χίο το 1879. Ήρθε νέος στον Πειραιά όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και μετά γράφτηκε στη Νομική της Αθήνας την οποία και εγκατέλειψε όταν έφτασε στο πτυχίο. Συνεγάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας, όπου δημοσίευε τα ποιήματα του
και τα οποία εκδόθηκαν το 1920 σε συλλογή με τον τίτλο: Σκιές. Έζησε φτωχικά τη ζωή του, περνώντας πολλές ώρες του στα ταβερνάκια της Φρεαττύδας. Παρέα με απλούς ανθρώπους του μόχθου, στους οποίους μάλιστα δεν επεδείκνυε ποτέ τις γραμματικές του γνώσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι όταν πέθανε το 1923 και κατέβηκε στην κηδεία του όλος ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας, οι άνθρωποι αυτοί ξαφνιάστηκαν. "Ήταν σπουδαίος άνθρωπος ο κυρ Δημήτρης!" σχολίαζαν μεταξύ τους. Παρά την πολύ μικρή ποσοτική παραγωγή του θεωρείται από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της εποχής του. Οι στίχοι του διακρίνονται για την απλότητα τους, τη μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και την έντονη μουσικότητα τους. Και αν ο Πωλ Βαλερύ έδωσε κάποτε τον ορισμό της λυρικής ποίησης ως: η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος, στούς στίχους του Λάμπρου Πορφύρα η φράση αυτή, νομίζω, ότι βρίσκει την πλήρη επαλήθευση της.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΣΕΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ


Μην κοιτάτε τώρα που για χάρη των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των μεταδόσεων της μικρής οθόνης, τράβηξαν το ποδόσφαιρο από δέκα πάντες. Βάζουν αγώνες και τα Σάββατα. Απογεύματα και βράδια. Μέχρι και την Κυριακή τη νύχτα αργά, σέρνουν στα γήπεδα τον κόσμο. Αυτά είναι φρούτα της νέας εποχής. Μπίζνες χοντρές που όλο και αγριεύουν. Ούτε να βλέπετε εμάς τους μεγαλύτερους –τα νέα παιδιά βιώνουν το παρόν έτσι όπως είναι - που κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε τη «φόλα» με την μπάλα, όπως λέγαμε παλιά αυτό που λένε σήμερα «εξάρτηση» από κάτι. Και ούτε και θέλω να μιλήσω τώρα για τους επιχειρηματίες που ξεπλένουνε λεφτά για το χοντρό εμπόριο παικτών που αλλοιώνουν και τα τελευταία ίχνη κάποιας ταυτότητας των ομάδων. «Η ομάδα της Τρίπολης» λένε για τον Αστέρα οι εκφωνητές και στο γήπεδο δεν παίζει: όχι ούτε ένας Αρκάς αλλά ούτε ένας Έλληνας παίκτης! Το ίδιο με τον Άρη Θεσσαλονίκης, τη Σκόντα Ξάνθης το Λεβαδειακό και λίγο ως πολύ με όλες τις ομάδες.
Θέλω να πω για αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα: τη γλύκα δηλαδή της προσμονής μιας νίκης μαζί με την μελαγχολία του κυριακάτικου απογεύματος. Γιατί τελειώνει η γιορτή και η σκόλη. Την άλλη μέρα μάθημα δουλειά! Μια μελαγχολία γνωστή σε όλους, που για μας τους ποδοσφαιρόφιλους μας πέφτει λίγο ανάλαφρα όταν κερδίζουμε αλλά γίνεται αβάσταχτη, βαριά σαν σίδερο, όταν αντί για νίκη της ομάδας μας: έρχεται η ήττα!
Παλιά οι αγώνες γίνονταν όλοι Κυριακή απόγευμα και μάλιστα νωρίς. Τελείωναν πριν βασιλέψει. Άκουγες από τα σπίτια τα ραδιόφωνα με τις αναμεταδόσεις. Το ίδιο στα λεωφορεία και στα καφενεία. Πολλοί όμως ήτανε και αυτοί που πήγαιναν στο γήπεδο. Ήταν το εισιτήριο πολύ φτηνό. Κατάφορτοι οι συρμοί του Ηλεκτρικού κουβάλαγαν τον κόσμο για το Νέο Φάληρο και το γήπεδο Καραϊσκάκη. Το ίδιο και για τον Περισσό και το γήπεδο της ΑΕΚ. Περνούσανε το ρέμα, τον Ποδονίφτη όπως τον έλεγαν και που το χειμώνα κατέβαζε πολλά νερά, μαζί οι ΑΕΚτζήδες με τους Ολυμπιακούς ή Παναθηναϊκούς. Στη Λεωφόρο οι πιο πολλοί πήγαιναν με τα πόδια. Ένα ποτάμι κόσμου η Αλεξάνδρας. Και όλοι το βράδυ στην Ομόνοια σε ατέλειωτα πηγαδάκια. Κουβέντα για τις φάσεις και τα γκολ: αν ήτανε οφσάϊντ ο Σιδέρης, αν κοντρολάρισε τη μπάλα με το χέρι ο Δομάζος και αν στηρίχτηκε ο Παπαϊωάννου πάνω στον αμυντικό, τόσο ψηλά που πήδησε στο πρώτο γκολ της ΑΕΚ. Και όλα αυτά χωρίς καυγάδες. Ήταν αδιανόητο το ξύλο. Μόνο στο γήπεδο τραγουδιστά αντάλλασσαν κάποια πειραχτικά στιχάκια.
Και όταν δεν έπαιζε στο κέντρο η ομάδα μας, πηγαίναμε σε ουδέτερους αγώνες. Εμείς οι ΑΕΚτζήδες προτιμούσαμε τη Νέα Σμύρνη και τον Πανιώνιο. Οι Παναθηναϊκοί τη Ριζούπολη και την «Ελαφρά Ταξιαρχία» όπως έλεγαν παλιά τον Απόλλωνα της Αθήνας. Οι Ολυμπιακοί πήγαιναν στους αγώνες του Εθνικού Πειραιά και της Προοδευτικής.
Υπήρχε τότε ένα ποσοστό εντοπιότητας παικτών και ομάδας. Πολλοί παίκτες του Παναθηναϊκού έμεναν στους Αμπελοκήπους. Το ίδιο και στη Νέα Φιλαδέλφεια με πολλούς της ΑΕΚ. Και οι περισσότεροι του Ολυμπιακού ήτανε Πειραιώτες.
Τώρα μπερδεύτηκαν πολύ τα πράγματα, δεν βγάζεις άκρη! Μα τι να κάνουμε οι φτωχοί που όλα χρειάζονται. Χωρίς παιγνίδι δεν αντέχεται η ζωή. Και ούτε το απόγευμα της Κυριακής χωρίς ομάδες.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ!!!!











Το φυλετικό μίσος του Νότου,
αυτή τη φορά μας ήρθε από την Αλάσκα!!!



Αν ο Μπάρακ Ομπάμα είχε λευκή επιδερμίδα, στις επερχόμενες εκλογές του Νοεμβρίου, μπορεί να καταγραφόταν υπέρ των Δημοκρατικών μια πρωτοφανής για την ιστορία των ΗΠΑ, διαφορά στα ποσοστά των ψήφων. Μπορεί να βλέπαμε κανα 80% έναντι 15% των Ρεπουμπλικάνων!
Και αυτό γιατί τα τελευταία 8 χρόνια με επικεφαλής αυτό το ηλίθιο παιδάκι του Μπους, κυβερνάνε την Αμερική κάτι απίθανοι άνθρωποι τόσο αδίστακτοι στην προκλητικότητα τους, τόσο ανάλγητοι αμοράλ και μαλάκες που παρόμοιο τους προηγούμενο δεν έζησε ποτέ αυτή η χώρα. Γιατί ναι μεν, αποτελούσε εδώ και 60 χρόνια την Υπερδύναμη, το αντίπαλο δέος του Κομμουνισμού, τη Μητρόπολη του καπιταλισμού, την πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή του πλανήτη, φρόντιζε όμως στην άσκηση της πολιτικής της να κρατάει όσο μπορούσε και κάποια προσχήματα.
Κάποιους φόρους έβαζε στους πλουσίους και έδειχνε για τους φτωχούς μια στοιχειώδη μέριμνα. Στο εξωτερικό ναι μεν βοηθούσε δικτάτορες και ανελεύθερα καθεστώτα αλλά απέφευγε την άμεση στρατιωτική ανάμειξη. Και τις δυο φορές που το έκανε αυτό: στην Κορέα και το Βιετνάμ, σεβάστηκε τις διεθνείς συνθήκες για τους αιχμαλώτους πολέμου.
Τώρα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν τον πόλεμο τον κάνουν ιδιωτικές εταιρίες -στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, παρεμπιπτόντως, τυχαίνει να ελέγχονται από τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσέϊνι- που δεν σέβονται τίποτα. Αιχμάλωτοι ταπεινώνονται και εξευτελίζονται, γαμήλιες τελετές και γιορτές βομβαρδίζονται, σκοτώνονται άμαχοι, ρέει το αίμα ποτάμι και τρισεκατομμύρια δολάρια σπαταλώνται σε εγχειρήματα αδιέξοδα.
Πίσω στην πατρίδα μέσα σε αυτά τα χρόνια, η αγοραστική δύναμη των πολιτών διαρκώς μειώνεται. Καταφεύγουν οι άνθρωποι στα δάνεια. Οι τράπεζες δανείζουν γιατί, χρηματιστηριακά, πρέπει διαρκώς να μεγαλώνουν τα κέρδη τους. Χρηματιστήρια με φούσκες που όλο φουσκώνουν, φουσκώνουν και ξαφνικά μια μέρα: …μπαμ στον αέρα ο κοσμάκης. Το οικοδόμημα τρίζει, κανείς δεν γνωρίζει τον πάτο.
Αυτά όμως κάποιοι τα βλέπανε από πριν και εδώ και ένα χρόνο μιλούσαν για την ανάγκη της Αλλαγής στα αμερικάνικα πράγματα. Δεν πήγαινε άλλο! Οικονομικοί αναλυτές, καθηγητές πανεπιστημίων, έγκριτοι δημοσιογράφοι και ένα μετά το άλλο τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα τάσσονταν επιτακτικά, όχι μόνο στις προκριματικές εκλογές για το χρίσμα των Δημοκρατικών αλλά και για την προεδρία, υπέρ του Μπάρακ Ομπάμα και του συνθήματος του: CHANGE !
Ο Ομπάμα όμως είναι μαύρος! Και πολύ πιο μαύρος, κατράμι σαν πίσσα είναι ο αντιδραστικός πυρήνας που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία. Είδανε ότι ο Μακαίην ένας μετρημένος στα λόγια του άνθρωπος που εκλέχτηκε και αυτός από αγανακτισμένους ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους γιατί διαφωνούσε με τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, δεν τράβαγε απέναντι στον τυφώνα Ομπάμα και αποφάσισαν να του ρίξουν δίπλα του για την αντιπροεδρία: το «πιτ-μπουλ της Αλάσκας» όπως φιλάρεσκα αυτοαποκαλείται αυτή η κυρία. Τη Σάρα Πέϊλιν, δηλαδή, την κυβερνήτη της βορειότερης Πολιτείας των ΗΠΑ.
Μια γυναίκα που από την πρώτη της εμφάνιση έδειξε σε ποιο ταμπλό θα παίξει. Με ένα συντηρητικό και άκρως αντιδραστικά μέχρι σήμερα κλιμακούμενο λόγο, ξυπνάει τις φοβίες και τα φυλετικά μίση των συντηρητικών Αμερικάνων, ακολουθώντας στο θέμα του πολιτικού διαλόγου την τακτική: «γειά σου Γιάννη», «κουκιά σπέρνω».
Της φωνάζουν από το ακροατήριο: «όχι στον πόλεμο του Ιράκ» και αυτή απαντάει «εμένα ο γιός μου πολεμάει στο Ιράκ». Σταλμένο εκεί να κρύβεται, εξεπίτηδες ,κάποιο φοβισμένο παιδάκι της για να ‘χει να το λέει και να συγκινεί το δουλεμένο από τις σαπουνόπερες, μελό ακροατήριο της. Της φωνάζουν για το περιβάλλον και τις κλιματικές αλλαγές και λέει: «τι κουταμάρες είναι αυτές των οικολόγων, μια χαρά είναι το περιβάλλον και το κλίμα μας και δεν έχουμε να πάρουμε κανένα μέτρο!».
Στην αρχή έκανε αίσθηση μεγάλη γιατί πρόβαλε και το ότι είναι και μάνα με πολλά παιδιά . Πήραν τα πάνω τους οι Ρεπουμπλικάνοι για λίγο, αλλά μετά έσκασε η βόμβα του τραπεζικού και ξανά μπροστά ο Ομπάμα. Τότε το πιτ-μπουλ αγρίεψε : «καλέ αυτός είναι τρομοκράτης!» εκράυγασε. Φράση που δεν θα ξεστομιζόταν εναντίον κανενός λευκού υποψηφίου. Και έφερε σαν επιχείρημα ότι πριν από χρόνια ο υποψήφιος των Δημοκρατικών έκανε παρέα με κάποιον που είχε ακραίες απόψεις και ο οποίος σήμερα είναι ένας νοικοκύρης άνθρωπος καθηγητής στο πενεπιστήμιο του Σικάγου.
Και όσο πλησιάζουμε στην ημέρα των εκλογών και δεν ανακάμπτουν οι Ρεπουμπλικάνοι θα έρθει και η στιγμή που θα βγάλει από μέσα της όλο το δηλητήριο, θα ξεστομίσει, δηλαδή, ολόκληρη τη φοβερή φράση που αφήνει να εννοείται αλλά ακόμα την κρύβει:

«Καλέ τι πάθατε, στραβωθήκατε; Δεν τον βλέπετε; Αυτός είναι μαύρος!»



Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

FREE PRESS....ΟΛΟΓΙΕΣ



Στα βδομαδιάτικα φύλλα της Πέμπτης που βρίσκουμε δωρεάν στους σταθμούς του μετρό και στα βιβλιοπωλεία, υπάρχει αρκετή ύλη για να διαβάσει κάποιος. Έγκριτοι δημοσιογράφοι με στιβαρό γράψιμο, γνωστοί λογοτέχνες, κριτικοί διαφόρων τεχνών, ακόμη και αναγνώστες, παραθέτουν τις απόψεις τους για τρέχοντα ή γενικότερα θέματα που αξίζει κανείς να τις κοιτάξει. Ο εκδότης της μιάς μάλιστα από αυτές τις εφημερίδες: ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος είναι ένας πολύ προικισμένος και ευαίσθητος άνθρωπος. Δεινός χειριστής της πένας, τον ξέρω από την Ελευθεροτυπία και από ένα πολύ δυνατό βιβλίο που έχει γράψει με τίτλο: «Στον παλιό καταρράκτη».
Έχουν όμως αυτά τα έντυπα κάτι που λίγο στη σπάει. Περιστρέφονται γύρω από ένα είδος γκλαμουριάς, παρ’ ότι την καταγγέλλουν. Προωθούν ένα στυλ και αυτά τα must και τα mainstream που είναι τώρα του συρμού δίνουν και παίρνουν. Τα ξεπερνάς όμως, κρατάς κάποια θετικά, είναι και τσάμπα, λες εντάξει δεν χάθηκε ο κόσμος και πράγματι δεν χάθηκε!
Εκεί όμως που σου ανάβουν τα λαμπάκια είναι όταν ξεγελαστείς και πας να διαβάσεις τις σελίδες με τις ταβέρνες και τα φαγάδικα που προτείνουν. Τις γράφουν κάτι κοριτσάκια που ή κατεβαίνουν από άλλον πλανήτη τρώνε και φεύγουν. Ή δεν πρέπει να έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους, να δουνε πως βγαίνει το μεροκάματο. Η μία μάλιστα από αυτές φέρει το ίδιο επώνυμο με τον εκδότη της. Και τα λέω αυτά γιατί πώς να εξηγήσεις το ακατανόητο. Όταν διαβάζεις π.χ. για ένα μαγαζί: «…Είναι όλα ωραία ευχαριστιέσαι και δεν πληρώνεις και πολλά: 35-45 ευρώ το άτομο χωρίς το κρασί.»
Γιατί δεν μιλάμε για έντυπα life-style που απευθύνονται στη γκλαμουριά και στα χοντρά πορτοφόλια. Πωλήτριες καταστημάτων που δουλεύουν 9 με 9 και με 800 ευρώ το μήνα και υπαλληλάκια των 700 ευρώ, ωρομίσθιοι φαστφουντάδες, φοιτητές, συνταξιούχοι και λοιποί "ευημερούντες" συμπολίτες μας απαρτίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία του μεγάλου αναγνωστικού κοινού τους. Για ποιους τα γράφετε ρε παιδιά;
Και αν πας τώρα να διαβάσεις το τι προσφέρουν αυτά τα μαγαζιά, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν κάτι πομπώδη σύνθετα ονόματα, θα τρομάξεις με την ευρηματικότητα στην ονοματολογία των εδεσμάτων τους. Τα πιο οργιώδη σε φαντασία ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ωχριούν μπροστά σε αυτούς τους καταλόγους. Και δεν μιλάω για τους ξενικούς όρους: κάτι "μπρουσκέτες" "χουνκιάρ" "κομποζέ" "στροτσαπρέτι" "γκοργκοντζόλα" "λινγκουίνι" "μασκαρπόνε" "νούντλς" "πρέντζελ" και δεν συμμαζεύεται , αλλά για κάτι βουκολικούς και φυσιολατρικούς όρους απίθανους: "σαλάτα του δάσους" "φρούτα του δάσους" "πατάτες από την αφράτη αρκαδική γή" "θεϊκό κρασί Το Δάκρυ Του Αμπελώνα" "χρυσόξανθη μπίρα μοναστηριακή" "γιαούρτι από τις στάνες της Πίνδου με άγριο μέλι από τα υψίπεδα του Ταϋγέτου". Λέξεις και φράσεις που υποδαυλίζουν το θυμικό των ανθρώπων, ξυπνούν αρχέγονες μνήμες της φύσης και ανοίγουν πιο εύκολα τα πορτοφόλια και τις τσέπες.
Ενώ στην πραγματικότητα όλα αυτά και άπειρα άλλα ποιητικώς περιγραφόμενα, απλά προϊόντα του εμπορίου είναι που έχουν αγοραστεί από τη Βαρβάκειο, τη λαχαναγορά του Ρέντη, τη σκάλα Κερατσινίου, τη ΦΑΓΕ, τη ΔΕΛΤΑ και διάφορες αποθήκες τροφίμων, από εκεί δηλαδή που αγοράζει και η ταβέρνα «Ο Μήτσος» και η ψησταριά «Ο Μανώλης». Και αν δεν τσιμπήσεις στην ποίηση της ονοματολογίας τους, υπάρχει και κάτι άλλο που βάζουν να σε κεντρίσει: για κάποια από αυτά και στο τέλος του κειμένου με τα προσφερόμενα είδη, γράφουν ότι συχνάζουν εκεί ηθοποιοί και λοιποί καλλιτέχνες ή πολιτικοί και μεγαλοδικηγόροι. Μπορεί να συμφάς δηλαδή και να ανέβουν οι μετοχές σου, με κανα Σεφερλή ή κανα Βέρτη από τη μια μεριά ,η με κανα Βουλγαράκη ή Κούγια από την άλλη.
Τελειώνοντας θα ήθελα και εγώ, με τη μικρή φωνή που διαθέτω και χωρίς να απομακρυνθώ από αυτό το βουκολικό και φυσιολατρικό πνεύμα που περιγράψαμε, να απευθυνθώ στους αφελείς συμπολίτες μας που τσιμπάνε, με ένα στίχο από ένα τραγούδι που λένε οι αδελφοί Κατσιμίχα:
--Ξύπνα λουλούδι του δάσους, πουλί του λειβαδιού!

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ (...για χωρισμένους)!!!




ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ
Το κομμένο σκοινί
μπορείς να το ξαναδέσεις
και θα κρατήσει πάλι,
ωστόσο θα είναι κομμένο.

Ίσως και εμείς,
πάλι να ανταμώσουμε,
μα εκεί που με άφησες
δεν πρόκειται ποτέ να με ξανάβρεις.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Με αφορμή ένα σχόλιο από την blogger: dyosmaraki, ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια γι' αυτό το θέμα. Αυτή τη μεγάλη μας πολιτιστική κληρονομιά που σιγά-σιγά τη βλέπουμε να χάνει την παλιά της αίγλη. Τα καλοκαίρια που ξεχυνόμαστε στην ύπαιθρο χώρα όλο και θα τύχει να πέσουμε πάνω σε κάποιο πανηγύρι. Γατί από παλιά ο λαός και για ευνόητους λόγους, έχει φροντίσει να ορίσει τα πανηγύρια του μέσα στο καλοκαίρι. Κάποιους συμμαθητές μου στο γυμνάσιο από ένα κοντυνό χωριό που είχανε πανηγύρι στις 10 Φλέβαρη του Αγίου Χαραλάμπους, τους κοροϊδεύαμε γιατί ήταν αναγκασμένοι λόγω του κρύου να βάζουν τα όργανα μέσα σε ένα καφενείο όπου κάθε φορά γινόντουσαν καυγάδες και τσακωμοί. Στριμωγμένοι οι άνθρωποι από τη στενότητα του χώρου μέσα σε ένα βαρύ ντουμάνι καπνού και κάτω από την επήρεια του Βάκχου και την εκκωφαντική ένταση των μεγαφώνων, αγρίευαν και με το παραμικρό ερχόντουσαν στα χέρια, γινόντουσαν συρράξεις γιατί πέφτανε στη μέση και τα σόγια και άντε μετά να τους ξεμπλέξεις!
Τα πανηγύρια αρχίζουν συνήθως με τη γιoρτή της Αναλήψεως που είναι κινητή και τελειώνουν με αυτή του Σταυρού στις 14 Σεπτέμβρη. Στα κεφαλοχώρια και τις κωμοπόλεις μαζί με το εορταστικό και τις ορχήστρες γινόντουσαν παλιά και ζωοπανήγυρα. Έβλεπες άλογα γαϊδούρια μοσχάρια και γουρούνια, γίδες πρόβατα και κοκκόρια να παζαρεύονται από υποψήφιους αγοραστές. Τώρα αυτά χαθήκανε, μόνο κανα κοκκαλιάρικο άλογο ή γαϊδουράκι μπορεί να δεις σε καμιά άκρη, να το παζαρεύουν οι γύφτοι από κάποιο γεράκο σε εξευτελιστική τιμή και με προορισμό το τσίρκο και τα θηρία.
Το πανηγύρι ξεκινάει από την παραμονή το βράδυ με τον εσπερινό και το επακόλουθο γλέντι και συνεχίζεται με την ιεροτελεστία της επομένης και το βραδυνό πάλι γλέντι. Τα μεγάλα πανηγύρια έχουν και εμποροπανήγυρη με παράγκες και κρατάνε μία τουλάχιστον εβδομάδα. Οι ορχήστρες που έπαιζαν παλιά στα πανηγύρια, απαρτίζονταν από καλλιτέχνες της περιοχής και συμπεριελάμβαναν απαραίτητα 3 όργανα: κλαρίνο, βιολί και σαντούρι. Δεν έπαιζαν μόνο τα δυο βράδια αλλά και το πρωί προς το μεσημέρι μετά το σχόλασμα της θείας λειτουργίας. Τώρα έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα και εγώ δυστυχώς κατάγομαι από περιοχή, τη Μεσσηνία συγκεκριμένα, όπου οι αλλαγές αυτές είναι μεγάλες. Βλέπεις παντού αφίσες και τεράστια πανώ να διαφημίζουν καλλιτέχνες της Αθήνας που κατεβαίνουν στα χωριά για αρπαχτές και αρχίζουνε το πρόγραμμα μετά τις 11 τη νύχτα. Σε μαντρώνουν με εισιτήριο σε κάτι φραγμένους χώρους γηπέδων η σε προαύλια σχολείων, με πλαστικά τραπέζια και καρέκλες, μπίρα κουτί σε πλαστικό ποτήρι οδοντιάτρου και για μεζέ στη Μεσσηνία τη "γουρνοπούλα". Ένα ψημμένο ολόκληρο γουρούνι, μακρύ σαν λεωφορείο, πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι. Γκάπα-γκούπα η μαχαίρα και για μουσική υπόκρουση το ρεπερτόριο των τηλεοπτικών πρωϊνάδικων. Μετά τη 1 η ώρα πιάνουν και τα δημοτικά αλλά λείπει το κλαρίνο το βιολί και το σαντούρι: "λείπει το όνειρο εσύ και το δοξάρι".
Υπάρχουν όμως και πανηγύρια αυθεντικά. Στα χωριά τα ερημωμένα! Όσο και αν φαίνεται παράξενο, δεν κάνω χιούμορ! Είναι αυτά που γίνονται από τους "εν Αθήναις" και τους "απανταχού" αυτών συγχωριανούς. Και κρατάνε οι άνθρωποι το έθιμο όπως παλιά. Εσπερινός και προσφορά, από τους ντόπιους κτηνοτρόφους, σφαχτών που βράζουν δίπλα στα καζάνια. Γλέντι μετά κάτω απ' τον πλάτανο ή τη βελανιδιά μέχρι αργά τη νύχτα. Το πρωί θεία λειτουργία και πάλι σφαχτά και γλέντι μέχρι αργά το απόγιομα. Και ορχήστρα με γνήσιους λαϊκούς οργανοπαίκτες. Και να οι χοροί: να μην πατούν τα πόδια κάτω! Έτσι ακριβώς όπως γινότανε παλιά. Είχα την τύχη να βρεθώ πέρυσι της Παναγίας σε ένα τέτοιο πανηγύρι στο χωριό Ποταμιά της Μεσσηνίας που το χειμώνα, φυσικά, έχει μηδέν (0) κατοίκους. Τι ορχήστρα ήταν αυτή! Αυθεντικοί λαϊκοί οργανοπαίκτες όλοι, ώριμης ηλικίας εννοείται, σαν μόλις να είχαν βγει από το κάδρο της φωτογραφίας!
Έχω βρεθεί και στις Κυκλάδες σε τέτοια πανηγύρια και στην Κρήτη και όχι σε χωριά ερημωμένα. Σίγουρα θα γίνονται και αλλού. Το "που" και "πως" θα μας το πείτε με τα σχόλια σας. Υπάρχει ακόμα μια ανάσα απ' τα παλιά κάτι μπορεί να γίνει. Είναι τεράστιο το θέμα αυτό. Θα χαρώ πολύ να δω τα σχόλια σας.
*****Παραθέτω σαν συνέχεια των πιο πάνω, το κείμενο που έλαβα από την blogger kikitri για τα πανηγύρια μιας άλλης περιοχής της πατρίδας μας:
Η foodamentaltherapy είπε...
Καλησπέρα navarino και στο δικό σας σπιτάκι αυτή τη φορά. Τι μου θύμισες, τώρα, με τα πανηγύρια σου... Κατάγομαι από τη Ρούμελη και μικρό παιδάκι τα καλοκαίρια στο χωριό μας, είχαμε δύο, ένα της Αγίας Παρασκευής που γινόταν στην πλατεία και ένα της Παναγίας, που γινόταν σε έναν οικισμό λίγο παρακάτω. Υπήρχε σαντούρι (ο δικός μας τσιγγάνος που έπαιζε υπέροχα, ένας ψηλόλιγνος μελαψός άντρας με πολύ αυστηρή φυσιογνωμία, πεταλωτής στο επάγγελμα, τις άλλες μέρες) και ταμπούρλο, κάπως αλλιώς το λέγανε θα το θυμηθώ, α ναι νταούλι, το θυμήθηκα. Αυτός που τόπαιζε ήταν κοντός και χοντρός, το ζευγάρι δηλαδή ήταν αχτύπητο (Σταν και Ολι ένα πράγμα). Και έρχονταν από αλλού ένα κλαρίνο, ένα βιολί και τραγουδιστές. Τότε δεν μου αρέσανε τα δημοτικά, τα βαριόμουνα όπως όλα τα παιδιά, πηγαίναμε με το ζόρι γιατί έπρεπε να είμαστε μαζί με τις οικογένειές μας αυστηρά εκείνο το βράδι. Προτιμούσα τις ροκιές -κάναμε όπως φαντάζεσαι τα δικά μας πάρτι σε άδεια από γιαγιάδες σπίτια ή σε εξοχές με φορητό πικάπ- , αργότερα όμως μπόρεσα να τα εκτιμήσω, όπως και όλη την τελετουργία της γιορτής. Ακόμη και το που και πώς καθόταν ο κόσμος έπαιζε ρόλο -το καθόριζε η ιεραρχία, βλέπεις, στην κοινωνία του χωριού-, τι χρώμα είχαν τα ρούχα τους και αν χορεύανε ή όχι(εννοώ τα πένθη της κάθε οικογένειας). Τώρα πάνε αυτά. Είδα την τρομερή αλλαγή σε ένα χωριό (πολύ μικρό) της Εύβοιας πριν από μερικά χρόνια. Οσο δεν είχε φως -άρα ούτε τηλεόραση- όλα καλά. Είχαν ένα ωραίο πανηγύρι, που πήγαιναν οι άνθρωποι και διασκεδάζανε πολιτισμένα. Και μετά ξαφνικά ηλεκτρισμός (μιλάω περί το '80, ναι υπήρχε ακόμη χωριό χωρίς ηλεκτρικό), τηλεόραση, ξέκωλα και στο πανηγύρι βραχνά μικρόφωνα, χυδαία μπουζουκοβαβούρα, μπύρες και πολλά ουίσκια σε πλαστικά ποτηράκια που γέμιζαν την επαύριο όλη τη ρεματιά. Δεν ξαναπήγα. Οσο για το χωριό μου τα πανηγύρια είναι πλέον απλά θλιβερά. Κανείς δεν χορεύει και η μουσική είναι κακή. Φέτος είδα και το ευτράπελο, να γίνεται πανηγύρι με γλυκά του κουταλιού, έλεος είπα από μέσα μου. Αλλά έτσι αποφάσισε ο επιχειρηματίας που έφερε τα όργανα. Δεν ήθελε να βγάλει φαγητό και κρασί. Επ' αυτού τι λες εσύ δηλαδή; Χίλιες φορές κρύο, μέσα, να πίνουν, να ανάβουν τα αίματα και να πλακώνονται οι άνθρωποι και να εκτονώνονται, έχει κι αυτό το χάρη του. Από την άλλη μεριά, βέβαια, σε μας δεν έχουν φτάσει φίρμες τύπου Θώδη (μάλλον γιατί δεν υπάρχει αρκετό κοινό) με τις αφίσες που τις καρφώνουν στα δέντρα και όπου αλλού βρουν όπως είδα στην κατά τα άλλα αγαπημένη μου Μεσσηνία. Φαντάζομαι, λοιπόν, ότι κάποια μέρα τα πανηγύρια θα καταργηθούν...kikitri
****παραθέτω επίσης αυτούσιο και το πολύ ωραίο και διαφωτιστικό σχόλιο της φίλης dyosmaraki:
Η dyosmaraki είπε...
Οσο οι άνθωρποι γλεντούσαν με ντόπιους καλλιτέχνες και ντόπια όργανα τα πράγματα ήταν ακόμη καλά. Εστω και αν καμιά φορά πιάνονταν και στα χέρια, βλέπεις τα πανηγύρια αποτελούσαν ένα είδος "κάθαρσης"για την τοπική κοινωνία. Εκεί έβγαζαν τον καλό και τον κακκό τους εαυτό. Εκεί ανταγωνίζονταν, εκεί οι νεαροί εκδήλωναν τον κρυφό τους έρωτα στην κοπέλα που δεν είχαν δικαίωμα να θίξουν.Τα πανηγύρια ήταν και ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης οπότε αποτελούσαν χαρά για την τοπική κοινωνία.Τα πανηγύρια ίσως τελικά να μην καταργηθούν κάποτε αλλά θα έχουν μεταλλαχθεί. Βέβαια ακόμη υπάρχουν μερικοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον αυθεντικό τους χαρακτήρα και σε κάποιες περιπτώσεις τα καταφέρνουν. Ας μην ξεχνάμε όμως πως έχουν αλλάξει και οι ίδιοι οι άνθρωποι.Ενώ κάποτε το συλλογικό έμπαινε πάνω από το ατομικό σήμερα δεν ισχύει αυτό. Ετσι σήμερα όλοι θέλουν να πιαστούν στην πρώτη θέση και όλοι θέλουν να ξεχωρίσουν, γεγονός που σε αλλοτινές εποχές δεν ίσχυε αφού για να επικροτηθεί ένας χορευτής έπρεπε να αυτοσχεδιάζει με βάση τους τοπικούς προφορικούς κανόνες.Οπως και να το κάνουμε τα πανηγύρια είχαν και εξακολουθούν (έως ένα βαθμό) να παίζουν σημαντικό ρόλο σε κάποιες τοπικές κοινωνίες.Αποτελούν ένα ανεξάντλητο θέμα και μπορεί κανείς να το δει από πάρα πολλές σκοπιές. Κάποτε μάλιστα διοργανώθηκε ακόμη και ένα Διεθνές Συνέδριο με θέμα τη διαχρονικότητα της πανηγύρεως (από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας).

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Μπι ……Μπιπ!!!



Δεν ξέρω αν έχετε προσέξει ένα καινούργιο φρούτο της τηλεόρασης. Ή αν το έχετε υποστεί ήδη: έχετε πεταχτεί, δηλαδή, από το γλυκό γλάρωμα ή υπνάκο του καναπέ ψάχνοντας για το κινητό σας! Μιλάω για αυτό το μπι….μπιπ, τον ίδιο και απαράλλαχτο με το σήμα λήψης μηνύματος ήχο, που τόσο ύπουλα κάποια κανάλια παίζουν την ώρα των διαφημίσεων. Τον ήχο του μηνύματος που είναι ίδιος για όλα τα κινητά, όχι της κλήσης που διαφέρει και κάποιους θα χάσουν!
Σε θέλουνε ξύπνιο την ώρα εκείνη και σε κεντρίζουν. Πρέπει να δεις τις διαφημίσεις. Και για να τις δεις πρέπει να διατελείς εν εγρηγόρσει. Ο κοιμισμένος τηλεθεατής είναι γι’ αυτούς χαμένη υπόθεση. Δεν τους φοβίζει τώρα το τηλεκοντρόλ και το ζάπινγκ. Συντονίζονται όλα στις διαφημίσεις, δεν τους γλυτώνεις με τίποτα, αν φύγεις από το ένα θα πέσεις στο άλλο. Μόνο τους δραπέτες της τουαλέτας χάνουν για λίγο. Και κάποιους βαριά ροχαλίζοντες, ίσως.
Κοιμήσου στα έργα σου λέει και στις σειρές δεν με νοιάζει, τώρα όμως πρέπει να με προσέξεις. Το ψητό είναι εδώ! Εδώ η ευημερία και οι απολαύσεις. Τα πολύ χαμηλά επιτόκια π.χ. που όλως «παραδόξως» αν και χαμηλά και πανάλαφρα κάποια στιγμή δημιουργούνε βάρη! Μη στενοχωριέσαι όμως γιατί έρχεται η άλλη διαφήμιση πρόθυμη να βάλει ένα χεράκι για τη μεταφορά αυτών των βαρών. «Μου έφυγε ένα βάρος!» Απαστράπτοντα αυτοκίνητα σε κάποια άλλη, με μηδέν προκατασβολή, σου υπόσχονται μοναδικές συγκινήσεις. Κινητές και ακίνητες τηλεφωνίες σε διαβεβαιώνουν ότι όσο μιλάς τόσο κερδίζεις. Πολυκαταστήματα με προσφορές παντός είδους. Από μακαρόνια, ντομάτες και κινητά μέχρι μπριζόλες λαιμού και plasma! Ψώνια ρούχα καλλυντικά. Όλος ο καταναλωτισμός μπροστά στα πόδια σου! Όλα δικά σου! Πρέπει να τα δεις αυτά, είναι το οικοδόμημα μας.
Αναδεύονται οι άνθρωποι από τα μπι….μπιπ πάνω στους καναπέδες μετά τον κάματο της ημέρας. Και δεν είναι μόνο αυτοί που κοιμούνται μέσα σε μια ανάσα ονείρου –η τελευταία γραμμή άμυνας σήμερα του ανθρώπου είναι ο ύπνος και η διαφυγή- αλλά και αυτοί που ρεμβάζουν στο ξυπνητό χωρίς να βλέπουν το έργο. Μπι…μπιπ ξαφνικά στην οθόνη και όλοι απίκο! Ονειρεύεσαι εκείνη την παραλία, που είχατε πάει το καλοκαίρι, με το γλυκό ηλιοβασίλεμα τα βράχια τα αρμυρίκια και να μπροστά σου ο χαρούμενος δανειολήπτης με το χαμηλό επιτόκιο να πηδάει από τη χαρά του! Σκέφτεσαι, ενώ κοιτάς προς το γυαλί, το αφεντικό σου και ότι δεν πάει άλλο: «Αύριο θα του πω για την αύξηση» λες από μέσα σου «δουλεύω για τρεις υπαλλήλους!». Μπι…..μπιπ στην οθόνη και να ο τυχερός που μιλάει στο κινητό και όλο κερδίζει! Κερδίζουν όλοι και όλοι χαρίζουνε λεφτά! Χαμόγελα χαρά ευτυχία!

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΕΡΜΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ


Παλιά, το να «ρίξεις» γκόμενα ήταν ολόκληρη ιστορία. Υπήρχαν ρόλοι σταθεροί και δεδομένοι. Έπρεπε ο άντρας να πολιορκεί και η γυναίκα να κάνει ότι δεν θέλει. Και από τους δύο πλευρές απαιτείτο μεγάλη υπομονή μα από τον άντρα και επιμονή επιπλέον. Πολλά τα εμπόδια που έπρεπε να υπερπηδήσει. Και για όσους δεν διαθέταμε τα ψυχικά χαρίσματα αυτά, ούτε και κάτι από το θεληματικό πηγούνι του Ροκ Χάτσον ή κάτι από τις πλάτες του Κώστα Κακκαβά και από τα μπράτσα του Μάρλον Μπράντο, τα εμπόδια αυτά όπως καταλαβαίνετε γινόντανε ανυπέρβλητα.
Δεν το βάζαμε όμως κάτω. Γιατί η ελπίδα ως γνωστόν πεθαίνει τελευταία. Ξεκινάγαμε, θυμάμαι, με το Λάμπρο από την Μιχαήλ Βόδα που μέναμε και φτάναμε με τα πόδια στην οδό Ερμού, την περίοδο των εκπτώσεων με την κρυφή ελπίδα μιας γνωριμίας! Έσφυζαν τα πεζοδρόμια από γυναίκες -μόνο μαγαζιά με γυναικεία είχε τότε ο δρόμος- και εμείς σαν ναυαγοί φλεγόμενοι μέσα σε αυτό το πέλαγος του άλλου φύλου, παλεύαμε να αρπαχτούμε από κάτι τις: ένα βλέμμα, ένα νόημα, έναν υπαινιγμό, ένα χαμόγελο αλλά εις μάτην!
Μας έλειπε η πείρα της ζωής. Αργότερα αντιλήφθηκα το άστοχο του πράγματος. Όταν συνοδεύοντας την Ελένη για πολλά χρόνια στα μαγαζιά αυτά και τις αντίστοιχες περιόδους, μπόρεσα να καταλάβω ότι περισσότερες πιθανότητες για ευόδωση του σκοπού μας θα είχαμε τότε στην έρημο Καλαχάρι, στις παγωμένες εκτάσεις της Ανταρκτικής και στις απέραντες στέπες της Μογγολίας! Γιατί οι γυναίκες στην Ερμού την περίοδο των εκπτώσεων ζούνε τη μέθεξη μιας ιεροτελεστίας. Ένα βαθύ πάθος τις συνεγείρει. Κοιτάζουν έντονα βιτρίνες, κοιτάζουν σχέδια, τιμές. Συγκρίνουν προϊόντα. Τραβάνε με ταχύτητα κρεμάστρες πάνω στις ράβδους. Διαλέγουν, διαλέγουν γεμίζουν την αγκαλιά με ρούχα. Προβάρουν μετά και ξεμαλλιάζονται. Πετιούνται από τα δοκιμαστήρια, με την κιλότα καμιά φορά, για να ζητήσουν από την πωλήτρια μεγαλύτερο νούμερο φούστας. Το βλέμμα τους είναι προσηλωμένο στο σκοπό τους. Και μόνο εκεί. Δεν βλέπουν τίποτα πάρα πέρα!
Και την προηγούμενη βδομάδα, μάλιστα, που ήτανε ακόμα εκπτώσεις και βρεθήκαμε εκεί, την ίδια εικόνα αντίκρισα. Σκέφτηκα και τον Λάμπρο και το άστοχο εκείνο εγχείρημα μας. Σκέφτηκα και κάτι σύγχρονο. Το είπα της Ελένης και γελάσαμε: πως αν σε περίοδο εκπτώσεων κατηφορίσουν την Ερμού ο Τζώρτζ Κλούνεϊ και ο Μπράντ Πίτ μαζί, μάλλον απαρατήρητοι θα περάσουν από τις γυναίκες.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008


Τα περσυνά «sweet movies» μου

Επανέρχομαι στο σινεμά. Κοιτάζοντας τώρα από κάποια χρονική απόσταση τις περσυνές ταινίες. Η αξιολόγηση μου εμπεριέχει το υποκειμενικό και μόνο στοιχείο. Μη σας παραμυθιάζουν οι ειδικοί και οι αυθεντίες με αναλύσεις! Μια ταινία σε άγγιξε ή δεν σε άγγιξε. Βγήκες με ένα αίσθημα ψυχικής πληρότητας από την αίθουσα ή δεν βγήκες. Τη σκέφτηκες ή δεν τη σκέφτηκες και την επόμενη μέρα. Απλά πράγματα.
Πρώτο λοιπόν που μου έρχεται στη μνήμη τώρα είναι το «Προσοχή Πόθος!» του Άνγκ Λι. Ένα δύσκολο θέμα: η παράφορη σχέση μιας φοιτήτριας της αντίστασης με τον αξιωματικό κατακτητή, που ο σκηνοθέτης το διεκπεραιώνει με αριστουργηματικό τρόπο μέσα σε μια θαυμάσια ατμόσφαιρα εποχής. Θυμάμαι και το «4 μήνες, 3 βδομάδες και 2 μέρες» του Κριστιάν Μουνγκίου. Ένα έργο γροθιά στο στομάχι! Η ανατριχιαστική έκτρωση με τα παρελκόμενα, μιας κοπέλας στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Και με πόσο απλό και λιτό τρόπο χειρίζεται ο σκηνοθέτης το θέμα! Είμαι άντρας και συγκλονίστηκα. Σκέφτομαι τις γυναίκες και τις νέες κοπέλες που έτυχε να το δουν! Η «Άκρη του Ουρανού» του Φατίχ Ακίμ υπερπήδησε με αριστοτεχνικό τρόπο εθνικά σύνορα και φυλές, χαρίζοντας μας τρυφερότητα και αγάπη. Η σκηνή του θρήνου της Χάνα Σιγκούλα, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, για τη χαμένη της κόρη, νομίζω ότι περνάει στο Πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου. Άσε εκείνο το «Ταξίδι στην Άγρια Φύση» του Σον Πεν. Με εκείνη την πραγματική ιστορία ενός νεαρού που εγκαταλείπει όλα του τα υπάρχοντα και πάει να ζήσει στην Αλάσκα συναντώντας στη διαδρομή του την αγάπη, την άδολη και ανθρώπινη αγάπη με κορυφαία στιγμή: τη σκηνή με τον μοναχικό γέροντα.
Άφησα τελευταία την ταινία του Ρόϊ Άντερσον : «Εσείς οι ζωντανοί!», από την οποία είναι και η φωτογραφία στην κορυφή του κειμένου. Ο τίτλος, όπως γράφει στην αρχή, είναι από ένα συγκλονιστικό ποίημα του Γκαίτε που εγώ αγνοούσα: Χαρείτε εσείς οι ζωντανοί / πριν το κρύο κύμα της Λήθης / γλείψει το πόδι σας. Πρόκειται για ένα εικαστικό αριστούργημα. Κάθε σκηνή και ζωγραφικός πίνακας. Πριν από 6 χρόνια ο σουηδός αυτός μας είχε ξαναδώσει τα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο». Είναι ένα κινηματογραφικό στυλ που δεν μοιάζει με κανένα άλλο!
Αυτά είναι τα έργα που εγώ ξεχώρισα από όσα είδα. Θα χαιρόμουν τα σχόλια σας όχι μόνο για αυτά αλλά και για άλλα που σας συγκίνησαν.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

" Ραντεβού τον Σεπτέμβριο"

Η φράση αυτή παλαιότερα οριοθετούσε τις κινηματογραφικές σαιζόν. Γραφόταν με καλλιγραφικά γράμματα σε ένα στενόμακρο πανί που έμπαινε πάνω από τις εισόδους των κινηματογράφων γύρω στα τέλη Μάη και έμενε εκεί μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη. Στο ενδιάμεσο δούλευαν τα θερινά με επαναλήψεις. Έπαιζαν έργα του χειμώνα αλλά και επιτυχίες παλαιότερων χρόνων. «Χιροσίμα αγάπη μου», «Ο κλέφτης των ποδηλάτων», «Λα στράντα», «Όσο υπάρχουν άνθρωποι», ήταν κάποιες από τις ταινίες που παίζονταν κάθε καλοκαίρι. Με σπιθουράκια και γρατζουνιές και με φθαρμένες κόπιες παιζόντουσαν αλλά οι θεατές έδειχναν κατανόηση. Άλλωστε το εισιτήριο ήταν πολύ φτηνό σε σχέση με τους χειμωνιάτικους, σχεδόν το μισό.
Τώρα οι κινηματογραφικές σαιζόν ισοπεδώθηκαν μέσα από έναν αέναο κύκλο πρώτων προβολών όχι μόνο στις αίθουσες με τον κλιματισμό αλλά και στα θερινά που τώρα είναι πανάκριβα. Προχτές στους Αμπελοκήπους με 8 Ευρώ εισιτήριο ακούγαμε το καζανάκι από διαμέρισμα της διπλανής πολυκατοικίας και την ημερήσια σύνοψη των αγωνισμάτων του Πεκίνου, από κάποια τηλεόραση ενός άλλου.
Άσε τις μάσες που πέφτουν. Τώρα έχουν προστεθεί και σάντουιτς και σουβλάκια ακόμη και μπιφτέκια. Δυό διπλανοί μας συνθεατές, ένας άντρας και μια γυναίκα, δεν έπαψαν να μασάνε ούτε ένα λεπτό. Είναι κάποιοι ευτραφείς συμπολίτες μας, βλέπεις, που πρέπει να πέφτουν σε αμηχανία ή και κατάθλιψη όταν σταματούν να δουλεύουν οι σιαγώνες τους. Ενώ κάποιοι άλλοι δεν χορταίνουν το κάπνισμα! Τρεις νεαροί μπροστά μας άναβαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μόνο δυο κοπέλες δίπλα μας είχαν κάποια κενά γιατί φουμάριζαν στριφτό και η διαδικασία αυτή τους έπαιρνε κάποιο χρόνο.
Δυο άλλες κοπέλες πίσω μας δεν έβαλαν γλώσσα μέσα τους. Μιλούσαν ακατάπαυτα πολλές φορές ταυτόχρονα. Έλεγαν για κάποιον που δεν τηλεφώνησε παρ’ ότι ξέρανε ότι είχε γυρίσει από τις διακοπές του. Έλεγαν για κάποιαν άλλη. Έλεγαν ….έλεγαν, πολλά και διάφορα που ξέφυγαν της προσοχής μας γιατί έπρεπε να παρακολουθήσουμε, βλέπεις, και το έργο! Οι κοπέλες αυτές πρέπει να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη και πολυάριθμη κατηγορία ανθρώπων που αρέσκονται να κουβεντιάζουν μπροστά στην μεγάλη οθόνη. Και έχω συναντήσει πάμπολλους τέτοιους στη μακρά σινεφίλ διαδρομή μου. Κάποιοι ανεξήγητοι βαθύτεροι λόγοι σε συνδυασμό με την εναλλαγή των εικόνων, διεγείρουν φαίνεται τον ομιλητικό τους οίστρο με τέτοια ένταση, όπως σε κάποιους άλλους άλλα πράγματα, διεγείρουν τη γενετήσια ορμή.
Αλλά το κερασάκι ήτανε στο τέλος όταν μας έβγαλαν από αλλού, όχι από εκεί που μπήκαμε. Γυρίσαμε κάτι στριφογυριστές σκάλες στρίψαμε από ‘δω στρίψαμε από ΄κει και αντί για την κατάφωτη λεωφόρο από όπου μπήκαμε, βρεθήκαμε σε ένα θεοσκότεινο στενό όπου τρομάξαμε να προσανατολιστούμε. Αυτό το φρούτο είναι καινούργιο και μου θυμίζει τις παλιές, παράνομες, χαρτοπαικτικές λέσχες με τις κρυφές εξόδους από όπου φυγάδευαν τους πελάτες τους στις εφορμήσεις της αστυνομίας.
Ξέφυγα όμως. Τον απολογισμό, με κάποια αξιολόγηση, της περασμένης κινηματογραφικής σαιζόν -όπως ορίζεται με το παλαιό σύστημα- ήθελα να κάνω και έπεσα σε άλλα χωράφια. Θα επανέλθω.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Ο PAUL VALERY ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ


...Κάθε λέξη, κάθε μια από τις λέξεις που μας επιτρέπουν να διασχίζουμε τόσο γρήγορα το διάστημα μιας σκέψης, μου φαίνεται σαν μια από αυτές τις ελαφρές σανίδες που ρίχνουμε πάνω από ένα χαντάκι ή ένα ρήγμα και που ανέχονται το πέρασμα ενός ανθρώπου. Πρέπει όμως κανείς να περάσει χωρίς να πιέσει, χωρίς να σταματήσει και κυρίως, ας μη διασκεδάσει χορεύοντας πάνω στη λεπτή σανίδα για να δοκιμάσει την αντοχή της! Η εύθραυστη γέφυρα αμέσως χάνει την ισορροπία της ή σπάζει και όλα πέφτουν στα βάθη. Συμβουλευτείτε την εμπειρία σας και θα δείτε ότι δεν καταλαβαίνουμε τους άλλους και ότι δεν καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας, παρά χάρη στην ταχύτητα του περάσματός μας από τις λέξεις. Δεν πρέπει καθόλου να βαραίνεις επάνω τους, διαφορετικά κινδυνεύεις να δεις τον πιο σαφή λόγο να αποσυντίθεται σε αινίγματα, σε αυταπάτες λιγότερο ή περισσότερο περίτεχνες....

Βαλερύ: Επιλογή από το έργο του. Εκδόσεις στιγμή, 1996

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Γιατί navarino-s


navarino-s: Ο αναφερόμενος στο Ναβαρίνο που όπως προέκυψε τώρα τελευταία γράφεται με β και όχι με υ. Γιατί η λέξη προέρχεται, λέει, από το σλάβικο Ναβάρ που σημαίνει σφεντάμι. Και έχει ουκ ολίγα σφεντάμια επάνω το κάστρο. Πιο παλιά ίσχυε η εκδοχή ότι η ρίζα της λέξης προερχόταν από το nave (νάυς) που είχε να κάνει με πλοίο. Είμαι και από εκεί κοντά και από μικρά παιδιά κατεβαίναμε με τις οικογενειές μας και παραθερίζαμε για 15 μέρες στη θάλασσα. Φτιάχναμε καλύβες στη ρίζα του κάστρου και πολλές φορές με το σούρουπο ανεβαίναμε πάνω στις πολεμίστρες για να αγναντέψουμε την απεραντοσύνη του πελάγου που μας έκρυβε ο όγκος του. Δείχναμε με το χέρι που πέφτει η Λιβύη και που η Ιταλία. Μα ένα φόβο όμως πάντα τον είχαμε, όχι για τους σκορπιούς και τα φίδια που ήταν παντού και τα βλέπαμε, αλλά από μια άλλη ιδέα που μας σφήνωνε στο μυαλό: μη τυχόν και δούμε να ξεπροβάλλει από πουθενά κανένας σιδερόφρακτος ιππότης του Βιλαρδουίνου.