Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Ένα μοναδικό ταλέντο που έφυγε πολύ νέος !!!



BREECE D' J PANCAKE:



                        Έτσι έχουν τα πράγματα

Η Αλίνα στεκόταν κάτω από την τέντα του παγωτατζίδικου και χάζευε τη βροχή που πότιζε το χώμα και έσκαβε μικρές λακκούβες σηκώνοντας συννεφάκια σκόνης. Όταν σταμάτησε να βρέχει, τα αυτοκίνητα άρχισαν να βουίζουν στη λεωφόρο, χαμένα στους στρόβιλους της ομίχλης. Η Αλίνα πλησίασε τη βιτρίνα, κόλλησε τη μύτη της στο βρόμικο τζάμι και κοίταξε τα άδεια ψυγεία και τις ξεραμένες μύγες στα περβάζια. Στο πάρκινγκ, πολύ πιο πέρα, είδε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, όμως δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει στους γονείς της. Μ’ αυτή τη σκέψη τριγύριζε στον χαλικόδρομο ανάμεσα σε πεταμένα καπάκια.
     Κάθισε στην άκρη ενός σκαλιού δίπλα στην πορσελάνινη βρύση και κοίταξε τον Χάρβι, που κοιμόταν με το κεφάλι γερμένο στο παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα λουριά της πιστολοθήκης του ήταν χαλαρά και εξείχαν πάνω από τους ώμους του σαν ετοιμόρροπες αψίδες. Την έπιασε ναυτία και προσπάθησε να τρίψει τα μάτια της χωρίς να μουτζουρωθεί. Δεν της άρεσε έτσι που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αλλά την ήξερε τον Χάρβι, ήταν αγύρυστο κεφάλι. Γέλασε, είχε έρθει από τη Δυτική Βιρτζίνια για να δει καουμπόηδες, αλλά το μόνο που έβλεπε γύρω της ήταν μια έκταση στρωμένη με χωράφια και φράκτες. Η ανοιχτωσιά της έδινε μια αίσθηση ελευθερίας και ταυτόχρονα τη φόβιζε.
     Ο Χάρβι σκίρτησε μες στον ύπνο του και το κεφάλι του γλίστρησε στο τζάμι. Στο σαγόνι του είχε στάξει μια λευκή γραμμούλα σάλιου. «Θες να οδηγήσεις» ρώτησε.
     Η Αλίνα μπήκε στο αυτοκίνητο. «Όλη νύχτα ήμουν ανήσυχη. Σήμερα η μαμά φτιάχνει κονσέρβες».
     «Κοφ’ το» είπε. «Ήταν δικαίωμά σου να φύγεις» Έσφιξε τα λουριά της πιστολοθήκης και ίσιαξε το μπουφάν του.
     «Δηλαδή σ’ αρέσει αυτό που πας να κάνεις;».
     «Του αξίζει. Ας πρόσεχε».
     «Έτσι και σε πιάσουν ξέχνα την αναστολή. Θα φας πολλά χρόνια ακόμα».
     «Παράτα με, μόλις ξύπνησα» είπε απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο.
     Καθώς οδηγούσε ο Χάρβι, η Αλίνα έβλεπε την καταχνιά να σηκώνεται, χωρίς όμως να εξατμίζεται όπως η υγρασία. Αντίθετα, άφηνε ένα λεπτό στρώμα σκόνης στην ατμόσφαιρα, ενώ μπροστά, στο βάθος του ορίζοντα, το τοπίο ήταν θολό απ’ άκρη σ’ άκρη. Την ώρα που περνούσαν έξω από την Οκλαχόμα Σίτι, η ομίχλη πύκνωσε και η ζέστη άρχισε να κολλάει στο δέρμα τους. Σταμάτησαν σε μια καντίνα. Ο Χάρβι βγήκε και η Αλίνα έσκυψε στο χάρτη, για να δει τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν. Σε ένα πλαίσιο στο πλάι, μια φωτογραφία του Cowboy Hall of Fame τράβηξε την προσοχή τους. Ο Χάρβι γύρισε με δυο ποτήρια καφέ και μια σακούλα με σάντουιτς.
     «Χαρβ» είπε η Αλίνα δείχνοντας τη φωτογραφία «να πάμε».

     Ο Χάρβι την κοίταξε, τη χούφτωσε στον καβάλο και τη φίλησε. «Θα ‘χουμε μπόλικο καιρό μόλις ξεμπερδέψουμε».
     Εκει που έτρωγαν, ο Χάρβι έβγαλε ένα σημείωμα από το πουκάμισό του, το άφησε δίπλα στο χάρτη και το περι- εργάστηκε. Έμεινε για πολλή ώρα σκεφτικός με το βλέμμα κολλημένο στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Η Αλίνα τον έβλεπε που φουρκιζόταν, αλλά δεν τολμούσε να του ζητήσει να αλλάξει γνώμη. Ήλπιζε ότι ο Χάρβι δεν θα έκανε τη χαζομάρα να τον σκοτώσει.
     Ο Χάρβι έβαλε μπρος και μπήκαν σ’ έναν στενό παράδρομο που έβγαζε σε μια φάρμα. Η Αλίνα χάζευε τα χωράφια, που, μες δτη ζέστη που άναβε, απλώνονταν όλο και πιο επίπεδα όλο και πιο πλατιά. Μπροστά ο ορίζοντας παρέμενε κρυμμένος στην ομίχλη. Μακάρι, σκεφτόταν η Αλίνα, μακάρι να έβλεπα ένα καουμπόη.

 
Η σκάλα ήταν άδεια και ήσυχη, όμως η Αλίνα, κοιτάζοντας τον Χάρβι, άρχισε πάλι να χάνει την ψυχραιμία της. Ο Χάρβι παραπατούσε, δεν έβλεπε μπροστά του απ’ το μεθύσι. Δέβηκαν δυο ορόφους και άνοιξαν την πόρτα. Το δωμάτιο τους, μίζερο και στενάχωρο, έβλεπε στο δρόμο, όπου οι φανοστάτες είχαν πάρει ένα κιτρινιάρικο χρώμα εξαιτίας της αμμοθύελλας . Ο Χάρβι έβγαλε το μπουφάν άνοιξε το σάκο του και έβγαλε το ουίσκι. Το κορμί του έτρεμε και το περίστροφό του παλλόταν μες στην πιστολοθήκη.
     «Ρε Χάβρι, για όνομα του Θεού …» είπε η Αλίνα και κάθισε στο κρεβάτι.
     « Βούλωσ’ το»
     Η σκηνή έπαιζε ακόμη στο μυαλό της: ο άντρας να απλώνει το χέρι για χειραψία και ο Χάρβι να του φυτεύει τρεις σφαίρες στο στήθος. «Φοβάμαι» και δεν μπορούσε να βγάλει από το νου της τη γρια που καθάριζε φασολάκια στη βεράντα. Ποιος ξέρει, σκεφτόταν η Αλίνα, αν καθόταν ακόμη στην ίδια θέση, ακίνητη, με το στόμα ανοιχτό και το γιο της στην αυλή νεκρό.
     «Βάλε να πιεις» είπε ο Χάρβι. Δεν έτρεμε πια.
     «Θα ξεράσω».
     «Ξέρνα, γαμώ το στανιό μου!». Έτριψε δυνατά το σβέρκο του.
     Η Αλίνα έσκυψε στο νεροχύτη και κοίταξε τη γούρνα, αλλά δεν βγήκε τίποτα απ’ το στομάχι της. «Και τώρα τι κάνουμε;».
     «Καθόμαστε στ’ αυγά μας» απάντησε ο Χάρβι, στραγγίζοντας το πρώτο ποτήρι και ψάχνοντας το μπουκάλι για το δεύτερο.
     «Συγχώρα με που φοβάμαι» ψιθύρισε η Αλίνα και άνοιξε τη βρύση για να πλυθεί.
     «Τράβα να ξαπλώσεις» είπε ο Χάρβι. Στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
     Η Αλίνα κάθισε κοντά στον νεροχύτη και κοίταξε τον Χάρβι.
Είχε κατεβάσει το μισό ποτήρι και στηριζόταν στο παραθυ-ρόφυλλο. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος που είχε γνωρίσει στο χωριό, πάνω στους λόφους. Τώρα της φαινόταν ξερακιανός και μοχθηρός, τώρα καταλάβαινε ότι ήταν φονιάς, ότι το όπλο δεν το κουβαλούσε για μόστρα. Το ένιωθε ξένο, ο έρωτάς τους έσβησε τόσο γρήγορα που η Αλίνα δεν ήξερε αν είχανε ερωτευτεί καν ο ένας τον άλλο.
     «Θα πάμε στο Μεξικό να παντρευτούμε» είπε ο Χάρβι.
     «Δεν μπορώ φοβάμαι».
     Ο Χάρβι γύρισε προς το μέρος της. Απ’ τον δρόμο ο φανοστάτης έλουζε το πρόσωπο και το στήθος του με μια κίτρινη λάμψη.
     «Όσο ήμουν στη φυλακή» είπε «δυο πράγματα περίμενα: να τον σκοτώσω και να σε παντρευτώ».
     «Δεν γίνεται, Χάρβι. Δεν το είχα καταλάβει».
     «Τι; ‘Ότι σ’ αγαπούσα;»
     «Για το άλλο…. Νόμιζα ότι δεν μιλούσες σοβαρά».
     «Πάντα μιλάω σοβαρά» είπε και ξαναγέμισε το ποτήρι.
     «Χριστέ μου, μακάρι να μην είχαν έρθει έτσι τα πράγματα».
     «Και τι θες; Να γυρίσεις στους λόφους, στο χωριό;».
     «Ναι, δεν την αντέχω αυτή την κατάσταση, τη σιχαίνομαι».
     Ο Χάρβισήκωσε το περίστροφο και τη σημάδεψε. Καθιστή, η Αλίνα τον κοίταζε, έβλεπε τα μάτια του που είχαν ανοίξει διάπλατα απ’ τον φόβο, και ύστερα έστριψε στο πλάι και άρχισε να ξερνάει κίτρινη χολή. Όταν σταμάτησε να βήχει, σκούπισε τα χείλη της, και τότε ο Χάρβι σωριάστηκε στη γωνιά με το πιστόλι να κρέμεται απ’ το χέρι του.
     «Πουτάνα» ψέλλισε «Τώρα που σ’ έχω ανάγκη, κάνεις σαν πουτάνα». Έπιασε το περίστροφο και κόλλησε την κάνη στον κρόταφό του, αλλά η Αλίνα τον είδε που χαμογελούσε. Ο Χάρβι ξεφύσηξε και έχωσε το πιστόλι στη θήκη.
     «Πάω να πιω»  είπε και σηκώθηκε «Κάνε ό,τι καταλαβαί-νεις. Δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω». Βγήκε απ’ το δωμάτιο, και όπως διέσχιζε το διάδρομο, η Αλίνα τον άκουγε να κουτουλάει στους τοίχους.
     Η Αλίνα πλύθηκε και άναψε το φως. Τα μάτια της ήταν κόκκινα κι αποκάτω διαγράφονταν κύκλοι. Τα χείλη της είχαν σκάσει. Βάφτηκε και βγήκε.
     Καθώς περπατούσε ο άνεμος έφερνε στα πόδια της άμμο και παλιόχαρτα. Στη βιτρίνα μιας καφετέριας έγραφε: «Ζητείται σερβιτόρα». Η Αλίνα μπήκε και ζήτησε μπίρα. Η κοπέλα πίσω απ’ τον πάγκο την κοίταζε βαριεστημένη.
     «Ψάχνετε σερβιτόρα;».
     «Όχι για τώρα για την πρωινή βάρδια. Έλα το πρωί και ζήτα τον Πιτ. Μάλλον θα σε πάρει».
     «Ευχαριστώ» είπε και ρούφηξε μια γουλιά.
     Στο βάθος υπήρχε ένας τηλεφωνικός θάλαμος. Η Αλίνα έπιασε το ποτήρι της, πήγε στο τηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό. Σχημάτισε τον αριθμό και ύστερα από δυο χτυπήματα της απάντησαν.
     «Γεια σου, μαμά».
     «Αλίνα … ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή.
     «Μαμά, είμαι στο Τέξας. Ήρθα με τον Χαρβι».
     «Τριγυρνάς ακόμη μ’ αυτόν την αλήτη … Εμείς φταίμε που σε κακομάθαμε».
     «Δεν θέλω να ανησυχείτε για μένα».
     Ακολούθησε μεγάλη παύση. «Αλίνα, γύρνα σπίτι».
      «Δεν γίνεται μαμά. Βρήκα δουλειά. Υπέροχα νέα, έ;».
.     «Το πάνω ράφι της κουζίνας δεν βάσταξε, έσπασε κι έκανε τον τόπο χάλια. Ανησυχώ. Είναι κακό σημάδι.
     «Όχι μαμά, δεν είναι τίποτα, όλα καλά, τ’ ακούς; Βρήκα δουλειά».
     «Τα βάζα που γεμίσαμε έγιναν όλα θρύψαλα».
     «Δεν πειράζει, μαμά, έχεις κι άλλα, δεν θα ξεμείνεις».
     «Ναι, μπορεί».
     «Πρέπει να κλείσω, μαμά. Σ’ αγαπάω».
     Η Αλίνα κατέβασε το ακουστικό.
     Το βράδυ ο καιρός μαλάκωσε. Η πιο πολλή άμμος είχε αρχίσει να κατακάθεται και στροβιλιζόταν δίπλα στα χαντάκια. Πηγαίνοντας προς το ξενοδοχείο η Αλίνα ένιωθε καλύτερα. Ο Χάρβι είχε φύγει, αλλά δεν την ένοιαζε. Είχε βρει δουλειά και βρισκόταν στο Τέξας.
     Την ώρα που περνούσε απ’ το χολ του ξενοδοχείου, ο υπάλληλος της χαμογέλασε και αυτό της άρεσε. Όμως στο πλατύσκαλο, έξω απ’ το δωμάτιο την περίμενε ο Χάρβι. Γύρω απ’ τα παπούτσια του υπήρχαν πεταμένες γόπες. Φαινόταν ράκος, σκέτο ερείπιο.
     «Γύρισα να ζητήσω σγγνώμη» είπε κι έκανε να την αγκαλιάσει. Η Αλίνα τον έσπρωξε.
     «Ισχύει αυτό που είπαμε. Θα μείνω εδώ».
     «Το αποφάσισες;».
     Η Αλίνα έγνεψε «ναι». «Βρήκα δουλειά, τηλεφώνησα και στους γονείς μου. Όλα εντάξει».
     «Πάμε στο δωμάτιο να μιλήσουμε;».
     «Πάμε» απάντησε η Αλίνα.
     «Ας μιλήσουμε, λοιπόν» είπε ο Χάρβι και, απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο, το μπράτσο του χάιδεψε το περίστροφο.
 
___________________________

Από τη συλλογή ΤΡΙΛΟΒΙΤΕΣ εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πληκτρολόγηση: navarino-s.

 

 

Καλό Καλοκαίρι!

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Καρβουνιάρηδες: το παλιό επάγγελμα που αντιστέκεται !!!





 
 
Αντιστέκεται στην κυριολεξία γιατί παρ' όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει είναι αδύνατον για την τεχνολογία να βγάλει κάρβουνο με μηχανικά μέσα. Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση αποτέλεσε ένα ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 το οποίο κυριολεκτικά με γοήτευσε και είπα να μοιραστώ μαζί σας αυτή τη συγκίνηση. Η διαδικασία παραγωγής ξεκινάει από τον καμινόλλακο, έναν ισοπεδωμένο κύκλο που πάνω του στοιβάζονται σε σχήμα κώνου τα ξύλα που θα γίνουν κάρβουνα. Ως καλύτερα κατά ποιοτική κατάταξη θεωρούνται: τα πουρνάρια, οι σκίνοι, τα κέδρα, οι ελιές, τα πεύκα, οι γκορτσιές και οι οξιές. Ο κώνος σκεπάζεται πρώτα με παχύ στρώμα άχυρου και μετά με χώμα που πατιέται. Στην κορυφή αφήνεται μια τρύπα για καμινάδα και μια μικρή στη βάση που θα μπει ο δαυλός με την αρχική φωτιά και αμέσως θα κλείσει για να μην μπαίνει οξυγόνο. Καθώς βασική αρχή της καρβουνοποίησης  είναι η "ατελής καύση" του ξύλου. Κουφοκαίει δηλαδή η φωτιά χωρίς φλόγα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κρατάει 10-15 ημέρες ανοίγουν για λίγο κάτι μικρές πλαγινές οπές για να κατευθύνουν την καύση. Όταν αυτή ολοκληρωθεί, πράγμα που καταλαβαίνουν από τον καπνό, σκεπάζουν για τρεις μέρες όλο τον κώνο με χοντρό νάιλον για να μηδενίσουν τελείως το οξυγόνο και την πιθανότητα κάποιας ανάφλεξης με το άνοιγμα. Ξεσκεπάζουν μετά και τα κάρβουνα έτοιμα: από 5 κιλά ξύλο παράγεται 1 κιλό κάρβουνο. 'Έτοιμα να φτάσουν σε ταβέρνες ψησταριές και στα σπίτια για πεντενόστιμα ψησίματα! 


Τ







Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ανθολογούμε ποίηση για το μήνα Απρίλιο 2017 στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ



Μου έλαχε ο κλήρος του ανθολόγου ποίησης μηνός Απριλίου 2017 για την εφημερίδα Η ΑΥΓΗ. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ!
Η Ανθολόγηση Απριλίου 2017 που επωμίστηκα για την εφημερίδα "Η ΑΥΓΗ" και την ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε, στάθηκε η αφορμή για να πέσω με τα μούτρα στην κορυφαία αυτή τέχνη του λόγου και με ανάμεικτα συναισθήματα έντασης και απόλαυσης να ξεσκονίσω όλη την ποιητική μου βιβλιοθήκη.











                                                        






 
 

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Γκάτιο: μια βουλγάρικη ιστορία !!!


                    
    

                        Νικολάϊ Χάϊτωφ



Γκάτιο
 Με Ρωτάς  πώς με λένε ... Σ’ ευχαριστώ, ευχαριστώ! Zω ήδη ένα χρόνο σε αυτή την πόλη, κάθε μέρα κάθομαι σε αυτό το παγκάκι και κανείς δεν ρώτησε το όνομα μου.  Κανείς μα κανείς! Εσύ είσαι ο πρώτος που το κάνει - και γ’ αυτό σ’ ευχαριστώ. Να είσαι καλά ,και ο Θεός να σε φυλάει να μη βρεθείς ποτέ στη θέση μου.
Το ότι είμαι πεινασμένος και διψασμένος το καταλαβαίνεις! Αν  κοιτάξεις όμως το περιβάλλον μου, όλα φαίνονται μια χαρά. Η κόρη μου  παντρεμένη και υγιής , ζει στο χωριό με το παιδί της και το σύζυγό της που είναι και Πρόεδρος. Ο γιος μου ζει στην πόλη. Μηχανικός με δίπλωμα σαν σεντόνι, είναι στο υπουργείο το δεξί χέρι του υπουργού, τον πάνε και τον φέρνουν με αυτοκίνητο. Η σύζυγός του γιάτρισσα με  μισθό. Λούζονται σε μπανιέρα από πορσελάνη.
Η τροφή μου -  τροφή στο κρεβάτι μου -  κρεβάτι, και σε ξεχωριστό, μάλιστα,  δωμάτιο. Και πάλι νιώθω άρρωστος και η κατάσταση μου όλο χειροτερεύει και δεν περιγράφεται! Χτύπησα πίσω στο κεφάλι και οι λιποθυμίες μου όσο πάνε και μεγαλώνουν. Μεγαλώνουν και κάποια στιγμή θα τα τινάξω! Δεν τρώω, δεν μπορώ να κοιμηθώ και όλο τριβελίζουνε  διάφορες  έγνοιες στο μυαλό  μου. Και δεν έχω σε ποιον να τα  πω ... -άμα  τα πω -  με περνάνε για τρελό. Πάρτε ένα απλό, ένα τιποτένιο πράγμα: το γιαούρτι! Λέω στο γιο μου τον Κίρτσο:
 --- Έλα βρε Κίρτσο, άσε με να πάω εγώ να αγοράσω το γιαούρτι! Γιατί … πάει  - επιστρέφει ο άνθρωπος ,  ανθρώπους   βλέπει,  άνθρωποι  τον  βλέπουν, τρίβεται, πως το λέμε ... ;
--- Όχι, μου λέει, δεν θα  περπατάς! Έτσι όπως είσαι  φευγάτος, θα σε χτυπήσει  κανένα αυτοκίνητο και μετά ποιος θα τρέχει; Εγώ βέβαια!  Κάθισε, λοιπόν, στο σπίτι! Κάνε το κέφι σου !
Και εγώ στο σπίτι τι κέφι να κάνω; Σε ένα χώρο τεράστιο που μπορεί να χορέψει μέσα και άλογο!. Ένα διαμέρισμα παντού στολισμένο, φτιαγμένο και τακτοποιημένο που μόνο του σου λέει: εσύ εδώ είσαι άχρηστος!  ... Χαλί στο χαλί, δεν τολμάς να πατήσεις πουθενά. Δάπεδα διαρκώς γυαλισμένα, έτσι και κουνηθείς, σκοτώθηκες!
--- Κάτσε μέσα! λέει ο γιος μου. Κάτσε και κάνε τη ζωή σου! Φάε, πιες και μη σκέφτεσαι τίποτα!
 Ποια, βρέ τζάνεμ, ζωή; Με ποιον; Στην άδεια τραπεζαρία και στο μπουφέ, καθώς ο γιος μου και η νύφη μου λείπουν όλη τη μέρα. Φεύγουν το πρωί, επιστρέφουν  το βράδυ. Και μόλις  επιστρέφουν, κολλάνε σε εκείνο το χαζοκούτι μέχρι να   έρθει η ώρα για ύπνο! Και μετά: «καληνύχτα!»,» καληνύχτα! «,» στο επανιδείν!»,     « καληνύχτα!» Με τα λόγια αυτά  αποχαιρετιόμαστε  όλο το χρόνο.
Και όσο ήταν το μικρό στο σπίτι, πάλι καλά! Έπαιζα λίγο μαζί του όταν γύρναγα και ξεθόλωνε το μυαλό μου! Μέχρι που αυτή η έρημη νύφη μου –και ο  Θεός να με συγχωρέσει!- έκρινε σκόπιμο ότι πρέπει να το βάλει εσωτερικό στο νηπιαγωγείο. Και τώρα μας έρχεται το παιδάκι μόνο την Κυριακή.
Και ξέρετε γιατί το έστειλε; Να μην επηρεαστεί από την ομιλία μου! Μη χαλάσω τη γλώσσα του, γιατί μιλάω χωριάτικα! Να πεις  ότι  του έμαθα τίποτα βρομόλογα; Όχι! Μου ξέφυγε  μία φορά μια λέξη και αντί για ραβδί είπα «σιμπούτσιτσα», όπως λέμε στο χωριό τη λεπτή βέργα που τυλίγεται και δέρνει. Την είχα δώσει στο εγγόνι να την καβαλήσει για άλογο, και του είπα:
--- Πάρε τη «σιμπούτσιτσα»  για να μη σου σκοντάψει!
Και με πιάνει στο στόμα της η μητέρα του:
--- Τι είναι αυτό το «σιμπούτσιτσα»; Γιατί δε λες ραβδί και μολύνεις τη γλώσσα του με τέτοια λόγια;
--- Καλή μου νύφη, τι θα πάθει το παιδί να ξέρει μια τέτοια λέξη; Ραβδί λένε το πιο χοντρό. Ας τη γνωρίζει, καλύτερα, γιατί μπορεί να  του χρειαστεί!
--- Δεν θα  γίνει βοσκός για να του  χρειάζεται  η «σιμπούτσιτσα» σου! Θα ακολουθήσει το σχολείο θα διδαχτεί τη γλώσσα εκεί και θα μάθει ό,τι  χρειάζεται! Δεν έχει ανάγκη από «σιμπούτσιτσες»!
 --- Και γι αυτή τη «σιμπούτσιτσα», λοιπόν, φυλάκισε   το παιδί στο νηπιαγωγείο.
--- Καλύτερα, είπα στον άντρα της, Κίρτσο, να επιστρέψω  πίσω  στο χωριό μου και να γυρίσει το παιδί στο σπίτι του.
  Αλλά αμέσως με έκοψε:
 --- Καμία επιστροφή! Θα επιστρέψεις  για να σέρνεσαι μόνος σου; Και να με τρώνε  οι κακογλωσσιές του χωριού; Ότι δεν μπορώ να φροντίζω τον πατέρα μου; Κάτσε   εδώ, τρώγε, πίνε ,  και να μην  σκέφτεσαι  τίποτα!
Τρώγε  ... Αλλά εγώ δεν μπορώ με τίποτα το ζεσταμένο φαγητό της κονσέρβας! Λαχανοδολμάδες κονσέρβα,  σουβλάκια σε πακέτο, λουκάνικα σε  κουτί, όλα μα όλα στο κουτί! Ανοίγουν  το κουτί, τινάζουν το φαγητό στο  πιάτο, και όλο βάζει η νύφη  μου πάνω του μαγιονέζα ... Στη Γερμανία που είχε πάει τα είδε αυτά. Τα πάντα εκεί τρώγονται με μαγιονέζα! Αγόρασε μηχάνημα και  την φτιάχνει ... και την ξαναφτιάχνει και δεν τελειώνει ποτέ... Βοδινό με μαγιονέζα, χοιρινό με μαγιονέζα, ντολμαδάκια με μαγιονέζα… όλα μα όλα με μαγιονέζα!   Δεν  μπορείς να καταλάβεις από τη γεύση τι τρως. Και δεν μπορείς και να μη φας – αυστηρή  γυναίκα – για θα θυμώσει.
Μια φορά της λέω:
--- Αυτή η μαγιονέζα, θα με αποτελειώσει!
--- Γιατί;
--- Πονάει το στομάχι μου από αυτή.
--- Υπάρχει  περίπτωση – φωνάζει—να έχεις έλκος. Αύριο θα σε πάω να σε κοιτάξει   ένας γιατρός και αν έχεις  - να το χειρουργήσουν!
--- Πήγαινε με και ας με χειρουργήσουν!
Αυτός είναι ο Σταυρός που κουβαλάω: Ήμουν έτοιμος να με χειρουργήσουν, κομμάτια να κάνουν το στομάχι μου … μόνο από τη μαγιονέζα  να σωθώ!
 Μια φορά  είπα να στουμπίσω κρεμμύδι,  σκόρδο, αλάτι και ξύδι - να χορτάσω με ανθρώπινο  φαγητό. Μετά τη γλυκερή μαγιονέζα, αυτό το καυτερό  το ένιωσα σαν βάλσαμο. Και το επανέλαβα και δεύτερη και τρίτη  φορά, αλλά είχα ξεχάσει να  ανοίξω τα παράθυρα και η γιάτρισσα  κατάλαβε ότι μυρίζει σκόρδο.
--- Τι βρωμάει;
Εγώ  πώς να της  πω  ψέματα, είπα: κρεμμύδι.
--- Και τι δουλειά έχει αυτό το κρεμμύδι στο σπίτι;
--- Να ... το στούμπισα  και το έφαγα!
Μπλε μελάνι  έγινε! Αλλά όταν θυμώνει αυτή δεν φωνάζει. Δεν κάνει τέτοιες βλακείες ! Μιλάει ήσυχα-ήσυχα, αλλά σε σφάζει με το μπαμπάκι.
--- Πάρα πολύ καλά! Εμείς με τον Κηρέ συλλέγουμε  έπιπλα από την άκρη του κόσμου για να τα βρωμίζεις με σκόρδο! Εδώ η ντουλάπα, ήδη έχει βρωμίσει! Θα καλέσω ένα λουστραδόρο να την ξαναγυαλίσει. Αλλιώς σε αυτό το σπίτι επισκέπτες δεν πρόκειται να δεχτώ, σε καμία  μα σε καμία περίπτωση!
Είδα και έπαθα να την πείσω να μην καταστρέψει την ντουλάπα:
---Κάνε, σε παρακαλώ, τα στραβά μάτια σ’ αυτή την αδυναμία  μου! Και δεύτερη φορά  κρεμμύδι δεν έχει! Ειρήνη  να έχουμε!
Ειρήνη, λέμε, αλλά τι είναι η ειρήνη; Έχω πάει  δύο φορές  στον πόλεμο: και στο πρώτο και το δεύτερο και ούτε έχασα τη ζωή μου ούτε και τραυματίστηκα. Αλλά μπορώ να ισχυριστώ ότι ο άνθρωπος στην ειρήνη, πιο εύκολα μπορεί  να πεθάνει!
 Και θα σου  πω, μάλιστα, και το πως: βάζετε ένα άτομο σε διαμέρισμα, τον αφήνετε χωρίς δουλειά,  τον  ταΐζετε με μαγιονέζα, του μιλάτε μόνο περί ανέμων και υδάτων και είναι πια … πεθαμένος!
Παρακαλώ  την  Κυρία, έτσι για να την βγάλω από τυχόν αδιέξοδα μπλοκαρίσματα:
--- Καθώς πάτε στα φράγματα στο ποτάμι, δεν μου φέρνετε  λυγαριά να ξεκινήσω να πλέκω καλάθια;
--- Εσύ   - λέει ο γιος μου – το δικό σου  καλάθι  ήδη το έχεις  πλέξει. Κάθισε ήσυχος ε! και κοίτα μόνο το κέφι σου!
 Μοιάζει  στη μητέρα του, ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της : όταν  έλεγε ένα πράγμα δεν έκανε πίσω με    τίποτα από ό,τι είπε. ...Αυτός -είτε πέρσι είτε πρόπερσι  το είπε- κάθεται πάνω του! Μηχανικός, βλέπεις! Ξέρει μόνο από νούμερα : το δύο πάντα είναι δυο και το μηδέν - μηδέν! Όλα τα άλλα: άνεμος και ομίχλη. «Καληνύχτα και πήγαινε  για ύπνο!»
Ώρα για ύπνο, αλλά πώς να κοιμηθείς; Που μόλις ξαπλώσεις …. γκργκργκργκρ κάποιο τρυπανάκι αρχίζει το στριφογύρισμα!  «Να! λένε, μπαμπά μου, εδώ στη μεγαλούπολη που ζούμε, είναι σαν να τρώμε όλοι σε ένα σοφρά, αλλά είμαστε  ξένοι ο ένας για τον άλλον!»
Τόσο  ξένοι, που  δεν ήθελαν να δώσουν στο παιδί το όνομά μου: Ιγνάτ! Γιατί, λέει τάχαμου, ότι τα παιδιά θα τον φωνάζανε … Γκάτιο! Και έτσι αντί  για Ιγνάτ τον βαφτίσανε Κρασιουμίρ! Κρασιουμίρ ήταν ο παππούς του γιου μου, Γκάτιο ο προπάππους του. Και  ήταν αντάρτες, ζήσανε στο πόλεμο και πολέμησαν και οι δυο τους. Και οι δύο  τους Γκάτιοφτσι   αλλά το εγγόνι τους
Κρασιουμίρ!   Και άσε το εγγόνι, εδώ ο γιος μου άλλαξε  και  το δικό του  όνομα, από Ιγνάτωφ  έγινε   Ιγνατίεφ. Έτσι,  ήταν  γραμμένος  στο τηλεφωνικό  κατάλογο  -   «Μηχανικός  Κυρίλ  Ιγνατίεφ …Χτυπά  το τηλέφωνο, και το σηκώνω ¨
--- Ποιον θέλετε;
 --- Τον Μηχανικό σύντροφο Ιγνατίεφ .....
 Όταν  γύρισε ,του τα  είπα κατάμουτρα:
--- Το επίθετο  μου είναι Ιγνάτωφ. Έτσι καταγράφτηκε   στο δικαστήριο  πριν ακόμη την επανάσταση της 9 Σεπτέμβρη του ’44. Και χάρη  με αυτό το επίθετο  μπήκες στο πανεπιστήμιο ,  μελέτησες  την επιστήμη και τα θέματα τεχνολογίας και κάθισες  ωραία-ωραία σε αυτοκίνητο! Πού βρίσκεσαι; Και αν υποθέσουμε πως μια εφημερίδα σε γράφει χωρίς το πραγματικό σου επίθετο: Δεν στραπατσάρεται και το όνομά μου με αυτά τα μασκαριλίκια σου;
 Πριν μου αντιδρούσε, αυτή τη φορά δεν έβγαλε κιχ!. Αλλά για τον εγγονό  μου δεν βρήκα το  θάρρος να του πω τίποτα και  πήγε  το παιδί … Κρασιουμίρ!
Αυτό είναι μικρό τρυπάνι, αλλά υπάρχει και το μεγάλο . Που όταν γυρίσει μια φορά, ανοίγει μια τρύπα … να! στην ψυχή μου!  Και με στραγγίζει κάθε βράδυ, όταν εκεί κατά τις δύο η ώρα, αρχίζω να αναρωτιέμαι  γιατί  έφυγα από το σπίτι μου στο χωριό και ήρθα και κλείστηκα  σε αυτό το χρυσό κλουβί;  Γιατί;  Αλλά  άμα  το πω αυτό στο γιο μου, μου απαντάει πάντα τα ίδια: «Τι να κάνεις ολομόναχος στο χωριό;». Και πώς να του πω τώρα, ότι στο σπίτι μου στο χωριό, είναι σαν να βρίσκομαι στο Κέντρο  του κόσμου! Τι κεράσια στον κήπο ...τι κολοκύθες … τι κρεμμυδάκια … τι το ένα τι το άλλο! Ακόμη και κατσικάκια  είχα  πριν έρθω που μου γλείφανε τα’ αφτιά! Δυο λευκόμουσοι , διάβολοι! Είχαν μάθει και όταν επέστρεφα από τη δουλειά  και καθόμουν  στο κατώφλι κουρασμένος και ιδρωμένος, ερχόντανε και μου έγλειφαν τον ιδρώτα  μου με τη γλωσσίτσα τους! Πίσω από τα αυτιά, το λαιμό, όπου προλάβαιναν. Επειδή είναι  αλμυρό. Έγλειφαν και φυσούσαν μέχρι να τους ετοιμάσω να κοιμηθούν. Και τα σφάξαμε  για τη  γιορτή … του γιου! Ακόμα δεν μπορώ  να συγχωρήσω τον εαυτό μου ... Μόνο και μόνο που μέχρι ν’ ανοίξω την πόρτα, ακουγόταν από μέσα το βέλασμα τους: μπέεε … μπεεε …
Και για την πόρτα  να σου πω. Είναι μια βαριά δρύινη με χειροποίητους μεντεσέδες, που όταν ανοίγει και κλείνει – σφυρίζει! Τη μια φορά σφυρίζει σαν κότσυφας, την άλλη, όταν έχει  υγρασία, … λαδώνεται και βελάζει  σαν αρνί! Το πρωί με την ανατολή φωτίζεται σαν φανάρι!  Με το τρίξιμο της πόρτας προέβλεπα και τον καιρό. Ήξερα πότε θα   βρέξει και πότε θα είναι μια χαρά. Μέχρι που μια φορά είπα στο γεωπόνο: «Ετοίμασε εργάτες ψεκαστήρες  -  αύριο έχουμε βροχή!»
--- Μα το ραδιόφωνο δεν είπε τίποτα για βροχή, κραύγασε αυτός!
--- Άκου εσύ το ραδιόφωνο σου και εγώ … το δικό μου! Και θα δούμε πιο θα βγει σωστό!  
 Έβρεξε όπως το είπα, και από τότε, κάθε πρωί ο επιστάτης  ερχόταν   να με ρωτήσει: τι καιρό θα κάνει σήμερα και τι αύριο.
Αυτή η πορτούλα σκουριάζει τώρα. Δεν υπάρχει   κανείς να την ανοίξει, να ακούσει  τι θα πει, και τι θα καυχηθεί! Είχα γράψει στον μπατζανάκη μου, να ελέγξει  πώς  είναι  το σπίτι η πόρτα του. Μου απάντησε με ένα σημείωμα:
 «Γεια σου, μπατζανάκη!
Έλεγξα την πόρτα και θέλω να σου πω ότι είναι στη θέση της και είναι … υγιής, αλλά τώρα ούτε τραγουδάει ούτε παίζει, μόνο τρίζει τα δόντια της και κλαίει σαν  χτυπημένο σκυλί. Ο επιστάτης ρωτάει για σένα. Και όλοι εδώ. Να το έχεις  υπ’ όψη σου!»
Δίνω στο γιο μου το  σημείωμα για να το διαβάσει, μήπως και συνειδητοποιήσει ότι  κάποιοι με νοιάζονται, δεν είμαι δα και αφαλοκομμένος που τον έχουν πετάξει σε μια χαράδρα! Και αυτός, ξέρεις, τι μου είπε;
--- Εσείς οι γέροι είσαστε  σαν τα παιδιά: δεν σας ενδιαφέρει  το ραχατιλίκι και όπου ακούσετε κάτι, τρέχετε! Θέλεις τώρα να πας να συνεχίσεις τη μαγιονέζα με σκόρδο!
 Και όταν δεν μπορείς να μιλήσεις ούτε με αυτόν, τότε με ποιον θα μιλήσεις; Και το θέλω αυτό τόσο πολύ αλλά  δεν υπάρχει  άνθρωπος. Στο πάρκο οι νέοι παίζουν  χαρτιά, πιο πέρα κάποιοι ξεφωνίζουν, άλλοι φίλιουνται, κάποιες μανάδες με μωρά κεντούν. Και στη δική μου ηλικία – δεν υπάρχει άνθρωπος γεννημένος!  Τους βάζουνε σε ουρές και τους καίνε στους … φούρνους; Δεν ξέρω τι να πω, αλλά δεν υπάρχουν! Αραιά και που θα βρεις κάποιον, αλλά αυτός είτε θα είναι τραπεζικός ή κάποιας άλλης κατηγορίας υπάλληλος που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα δικά μου ενδιαφέροντα.  Μια μέρα έπεσα  σε έναν στρατιωτικό –υπολοχαγός νομίζω πως ήταν. Του λέω, ότι φέτος οι αμπελουργοί θα έχουνε … ανηφόρα! Ο καιρός είναι πολύ υγρός κα πρέπει κάθε μέρα ή κάθε δεύτερη να  ψεκάζουν  τα αμπέλια τους. Και αυτός άρχισε να μου μιλάει για τον …  Λέιζερ. Ο οποίος ανακάλυψε τις ακτίνες που διαπερνούνε τα πάντα.
---  Οι λέιζερ θα αντικαταστήσουν και το πυροβολικό. Αργά ή γρήγορα, το πυροβολικό  θα χαθεί!  Και άρχισε να μου  διηγείται για το πώς το  πυροβολικό του ‘18 έσπασε τη γραμμή του αγγλογαλλικού συντάγματος. Τις οβίδες που πέφτανε σαν βροχή! Και πικαρισμένος εξέφρασε τη λύπη του:  «Οι λέιζερ θα σκοτώνουν ήσυχα, πιο ήσυχα και από την καταιγίδα!»
Με αυτόν, τουλάχιστον, μιλούσαμε για τον πόλεμο ενώ με τους άλλους τι να πεις; όλο για φάρμακα και για πόνους μιλούσαν. Ποιος και από τι αρρώσταινε, ποιον τσίμπαγε ένας πόνος, ποιον έπιανε η μέση του, τι κομπρέσες του συνιστούσε  ο καθηγητής  Ντίμκωφ, και ένας από  το Κράσνο Σέλο – Γιόγκι ή  Γκιόργκι - λέει πώς ταρακουνάει το κεφάλι  του κάθε πρωί , για να πάει  περισσότερο αίμα στο μυαλό το  Και είχε ο τύπος ένα  μουτράκι χλωμό, σαν σε όλη του τη ζωή να μην είχε στάξει στο κεφάλι του ούτε  μια σταγόνα αίμα. Ο λαιμός του σχημάτιζε καμπύλη, ενώ το αριστερό του φρύδι από καιρό σε καιρό τρεμόπαιζε. Να τέτοιους! Να μου τους δώσουν  μένα αυτούς τους  … Γκιόργκηδες, να τους δώσω  από  ένα φτυάρι, και θα δούνε πώς κυκλοφορεί το  αίμα!
 Κάποια φορά που υπόφερα από τα γόνατα  «Θεέ μου», έλεγα, «θα πεθάνω!» Σουρωτήρι με είχαν κάνει από τις ενέσεις! Τι πόνοι, τι μαρτύριο! Και βλέπω μια μέρα να περνάει ο μπατζανάκης μου με ένα φτυάρι.
--- Πού πας, ρέ  μπατζανάκη;
--- Μου παραχώρησε το κολχόζ  ένα κομμάτι λιβάδι, και  πάω να το ευθυγραμμίσω για να  έχω  σανό για τα πρόβατα. Έλα, άμα θέλεις, μαζί μου!
Κούτσα – κούτσα, πήγα. Ευθυγραμμίσαμε το λιβάδι , φυτέψαμε  γύρω-γύρω και θάμνους και μέχρι το βράδυ … όλα μου είχαν περάσει! Σαν κάποιος να πήρε τον πόνο μου με μια μαγική βέργα και τον έθαψε μέσα στο χώμα!
 Παρακάλεσα τότε τον  Πρόεδρο να δώσει  ένα λιβάδι και σε μένα. Επειδή έχω αρθρώσεις ακόμα πολλές και αν χρειαστεί να μπορώ να τις αντιμετωπίσω.
--- Κοίτα  το ραχάτι  σου  - λέει ο Πρόεδρος -  τι το πέρασες το λιβάδι;
--- Δώσε μου το λιβάδι σε παρακαλώ και εγώ τότε θα σου πω, τι είναι ραχάτι.
Τον έχει το σεβασμό επειδή το κολοχόζ  εγώ το έχω κάνει, και μου έδωσε ένα λιβάδι, αλλά ξέρεις  πού; Κάτω από την ουρά του σκύλου, στην  ερημιά!. Ήταν κάποτε λιβάδι, το παρατήσανε και τώρα πνίγεται μέσα στους άγριους  θάμνους. Σαν να μην έχει  πατήσει ανθρώπινο πόδι . Μου αρέσουν, να σου πω, περισσότερο τα κλήματα, αλλά και εδώ δεν τα πήγα και άσχημα. Πρώτα-πρώτα ξερίζωσα τους θάμνους. Οι μικροί, όσο νάνε, βγαίνανε εύκολα. Τους έκοψα τους πέταξα τους καθάρισα. Αλλά υπήρχε ένας σαν δέντρο. Τι ρίζες είχε καρφώσει στο έδαφος; Δεν μετακινιόταν ούτε με  γερανό!. Ούτε ένα κλαδί του δεν έπεφτε! Ξεκινάω μια Κυριακή και δίνω μαζί του ολόκληρη μάχη! Έκοβα, έσκαβα, γκρίνιαζα, βλαστήμαγα  μέχρι που το ξάπλωσα κάτω, και ελευθερώθηκε το χωράφι. Πήρα το φτυάρι και την τσουγκράνα το ευθυγράμμισα. Φύτεψα μια κερασιά, μια αχλαδιά, και  δαμασκηνιές. Έτσι για να βρίσκονται. Έσπειρα  σπόρους τριφύλλι. Και τα άφησα  να αναπτυχθούν..
 Στις 21 Μάη, ανήμερα Κωνσταντίνου  και  Ελένης,  πάμε με τον μπατζανάκη  μου  να ρίξουμε μια ματιά. Και τι να δούμε :  ένα ολάνθιστο τριφύλλι διάστικτο από πανέμορφες παπαρούνες, κόκκινα  σχεδόν τα κεράσια, μεθυστικές μοσχοβολιές από παντού και ένας φτερωτός βόμβος από τις μέλισσες  που μαζεύανε τη γύρη να την κάνουνε μέλι.
  Ο Μπάζο , κραυγάζει :
--- Να το κόψουμε !
Του έδωσα  εντολή:
--- Αυτό το  λιβάδι  δεν  θα πειραχτεί! Να έχουν να πίνουν τα ζουζούνια και να ευλογούνε  τον Γκάτιο.
Το βράδυ, λέω στον Πρόεδρο :
--- Αν θέλεις Πρόεδρε να καταλάβεις τι είναι κέφι,  έρχεσαι  αύριο  στο  λιβάδι;
Συμφώνησε και πήγαμε.
--- Ορίστε Πρόεδρε το κέφι!
--- Καλά, καλά, λέει, αλλά άμα  υπήρχε και μια νταμιζάνα κρασί και ξεκοκαλίζαμε κανα ψημένο αρνί πάνω στα κάρβουνα, πετώντας τα κόκαλα στον αέρα, τότε θα γινόταν σαφές τι είναι κέφι! Α! ευτυχώς που έχω λίγο σαλάμι!
Έβγαλε το σαλάμι το  έφαγε  και γρήγορα-γρήγορα  έφυγε. Ούτε κεράσια να δει, ούτε μυρουδιές  να μυρίσει, τίποτα.
Μόνο κόκαλα που πετιούνται στον αέρα ήθελε...
Από τότε μου τριβελίζει το μυαλό το τι είναι τελικά το κέφι και μια φορά σκέφτηκα να ρωτήσω τον  Κίρο:
 --- Εσύ, κύριε  μηχανικέ, συχνά μου λες να κοιτάζω το κέφι μου. Τι είναι αυτό το κέφι;
--- Τι είναι; Να χορτάσεις τον ύπνο. Να πας  στον κινηματογράφο. Και άμα έχεις παρέα  να παίζετε και κανα χαρτί. Αυτό είναι το κέφι και να μη σου κολλάει κανείς για τίποτα.
--- Αέρας κοπανιστός είναι το δικό σου το κέφι ! Αυτός ο  κινηματογράφος, που κάθε βράδυ κοιτάζεις , ξέρεις  τι είναι; Σαν να βλέπεις το ελαιόλαδο μέσα στο γυάλινο μπουκάλι χωρίς να το αγγίζεις. Μόνο ο κινηματογράφος που παίζω μέσα και εγώ είναι για μένα ωραίος ... Και αυτό – το να μην  σου κολλάει κανείς - αυτό είναι  θάνατος!
--- Είναι φυσικό να συνταξιοδοτηθείς ,  και να μην σου κολλάει κανείς - μου λέει  ο  Κίρο.
--- Να ξεκουράζεσαι .
--- Δεν  είναι φυσικό ο ζωντανός  άνθρωπος να μην κάνει και τίποτα. Μήπως υπάρχει στη  φύση συνταξιούχος αλεπού; Δεν υπάρχει! Και  δεν θα υπάρξει. Έχεις  ακούσει να έχει  συνταξιοδοτηθεί αετός; Και να καθίσει κοντά στη φωλιά του, και να του φέρνουν τα αετόπουλα τα ποντίκια στο στόμα; Ο αετός, γιε μου,  πετάει μέχρι την τελευταία του πνοή και στη συνέχεια πέφτει στη γη.
 Και άρχισα να λέω του Κίρο τι μου συνέβη μιά φορά στα «Λευκά Νερά». Την ώρα που μεσημεριάζω  με τα πρόβατα και δουλεύω με το σουγιά ένα κλωνάρι πεύκου. Ακούω κάποια στιγμή κάτι σαν σφύριγμα, σαν φύσημα. Και βλέπω: αετός! Κατηφορίζει από τον Πέρσενκ - κάτω, όλο πιό κάτω, πετάει ξυστά από πάνω μου και … μπούπ, πέφτει πίσω από το πεύκο. Πετάχτηκα και τον βρήκα πάνω στα χορτάρια. Με απλωμένα, τα θεόρατα  φτερά του, δίχως τραύμα, δίχως τρύπα - νεκρός! Ξεψύχησε όπως πέταγε! «Αυτή είναι», λέω, « γιε μου, η αλήθεια: να πεθαίνεις όπως πετάς!» Ενώ εσύ με έχεις κλείσει εδώ σαν σε κλουβί, ήθελα να προσθέσω αλλά το μάσησα και το κατάπια.
Ο Κίρο με κοιτάει, κοιτάει σαν να με βλέπει πρώτη φορά.
---Θα σε πάω -λέει - σε γιατρό! Σε βλέπω νευρικό.
---Παράδωσε με, καλύτερα, στους γιατρούς για να βλέπεις ξέγνοιαστος το σινεμά σου!
Νόμισα ότι θα έχει χαμπαριάσει τι του είπα, αλλά - όχι! Τα λόγια γι’ αυτόν είναι σαν τα νούμερα: το δύο είναι δύο, το μηδέν - μηδέν! Εγώ ταξιδεύω για τη Σιρόκα Λάκα, αυτός - για Βαγδάτη! Πού να συναντηθούμε!
Να! αυτό είναι το χοντρό τρυπάνι, που με τρυπάει τη νύχτα. Γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει, μέχρι να πεταχτώ μεσ’ στη φωτιά  και τον ιδρώτα. Τρέχω τότε να ανοίξω, να με φυσήξει ο αέρας, αλλά μόλις ανοίξω, σκάει αποκάτω εκείνος ο δαιμονισμένος ξερός ήχος: πρ - ρ-ρ-ρ, που-πουκ-πουκ, τρ-ρρρρ γκρρρρρ, πρρρρρ, πουρρ- μπουμ! Περνάνε οι μηχανόβιοι στο δρόμο και σε πυροβολάνε κατευθείαν στα αυτιά και στην καρδιά. Μια σταλιά πόλη ήταν και πλησιάζει το εκατομμύριο! Με δήμαρχο και με ένα σύνταγμα βοηθούς. Και δεν βρέθηκε κάποιος να  σουτάρει αυτές τις χίλιες, ας είναι πέντε χιλιάδες μηχανές που την πνίγουν και τη χαλάνε!
Κλείνω λοιπόν το παράθυρο και βάζω το κεφάλι κάτω από τη βρύση! Σε αυτό βρίσκω προς ώρας μια λύτρωση. Και σε κάτι άλλο: να πάρω τα μάτια μου και να τρέξω να φύγω! Χώμα θέλω να αναπνεύσω, χύμα αφράτο και ζεστό - ζωντανό χώμα! Όμως, το να μιλήσω με τον Κίρο είναι σαν να μιλάω με το ψυγείο. Δεν είναι κακό το αγόρι μου - γερό είναι, εργατικό και καθαρό. Αλλά σαν να μην έχει επωαστεί σε μητρική κοιλιά, μα σε βαρέλι, και δεν μυρίζει μητρικό γάλα, μόνο βενζίνη! Οπότε δεν έχουμε κάτι να πούμε. Μόνο ένα σημείωμα θα του αφήσω:  
«Κίρτσο, φεύγω για το χωριό. Τα δένδρα, Κίρτσο, μεταφέρονται και φυτεύονται όταν είναι μικρά. Εσύ με έφερες στην πόλη, και με φύτεψες, όπως λέει ο λόγος, σε προχωρημένη ηλικία, αλλά δεν ρίζωσα, γιέ μου! Η ρίζα μου είναι στο χωριό, και πάω να τη βρω, αλλιώς θα μαραθώ, θα ξεραθώ και θα μπω στον τάφο με ανοιχτά τα μάτια. Συγχώρεσε με, γιέ μου, και μη με αναζητήσεις! Εγώ θα την κάνω για Σιρόκα Λάκα, ενώ εσύ… εσύ τράβα στη Βαγδάτη!
Ο πατέρας σου: Γκάτιο».
                                            ΤΕΛΟΣ

 
 
Μετάφραση από τα βουλγαρικά Τάνια Χρίστοβα
____________________________________________
Ο Νικολάϊ Χάϊτωφ (Николай Хайтов) γεννήθηκε το 1919 από μια πολύ φτωχή οικογένεια στο χωριό Γιάβροβο της Φιλιππούπολης.  Πέθανε το 2002 στη Σόφια. Άφησε τεράστιο λογοτεχνικό έργο σε διηγήματα και μυθιστορήματα. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από τριάντα γλώσσες σε όλο τον κόσμο και θεωρείται ως ο μεγαλύτερος Βούλγαρος συγγραφέας του εικοστού αιώνα. Στο έργο του «Το Κέρατο της Κατσίκας» βασίζεται η πασίγνωστη ομώνυμη βουλγαρική ταινία που σημείωσε παγκόσμια επιτυχία.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Μέσα στο καταχείμονο και αποκεντρωμένα !!!

 
Θα ακολουθήσει μπουφές με τοπικούς οίνους και εκλεκτά εδέσματα